"Η πράσινη γραμμή στη Λευκωσία", 1964 έργο του Μιχάλη Κάσιαλου.
Άντης Ροδίτης*
Την περίοδο από το Ιούνιο του 1964 ως τον Δεκέμβριο του 1967, ολόκληρη η Κύπρος συνδεόταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την Ελλάδα. Στην ουσία το νησί μας ήταν ντε φάκτο ενωμένο με την Ελλάδα. Ελεγχόταν από τον ελληνικό στρατό και την Εθνική Φρουρά από τη μια άκρη ως την άλλη, μ’ εξαίρεση κάποιους τ/κυπριακούς θύλακες, που ήταν όμως σχετικά εύκολο ζήτημα η εξουδετέρωσή τους σε περίπτωση ανάγκης. Νοουμένου δε, ότι όλες οι άμεσα εμπλεκόμενες χώρες ανήκαν στην ίδια συμμαχία, το ΝΑΤΟ, νοουμένου ότι η λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ήταν μόλις είκοσι χρόνια πίσω και η συμβολή της Ελλάδος στη νίκη εναντίον του Άξονα ήταν ακόμα πασίγνωστη στη Δύση, όπως και η αρνητική στάση της Τουρκίας, κι ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ για την Ένωση ήταν όχι μόνο πολύ γνωστός και είχε στηριχθεί συναισθηματικά από πολλές χώρες, ομάδες, κόμματα, απελευθερωτικά κινήματα του εξωτερικού, διανοούμενους κ.α., τίθεται το ερώτημα πώς έγινε ώστε η διπλωματία μας να μην είχε καταφέρει να πείσει τους Δυτικούς ότι το συμφέρον όλων θα εξυπηρετείτο απόλυτα με την απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα, όταν η Ένωση συζητιόταν επίσημα πια στη Γενεύη με αμερικανική πρωτοβουλία. Πώς τα είχαμε καταφέρει ώστε η τότε ντε φάκτο Ένωση να μην ακολουθήσει τη φυσιολογική της πορεία και να μετατραπεί και σε ντε γιούρε; Πώς τα καταφέραμε δέκα χρόνια μετά να χαθεί το μέγα πλεονέκτημα και ν’ αποδοθεί η μισή σχεδόν Κύπρος στην Τουρκία, με απρόβλεπτους κινδύνους πια για ολόκληρο το νησί;