28/10/10

Ένα στεφάνι για τον βετεράνο


της Ελίνας Γαληνού
Ηταν Νοέμβριος του 1940. Η Αθήνα βίωνε τις σκληρές μέρες της Ιταλικής Κατοχής που τόσο είχε αλλάξει στη ζωή μας μέσα σε λιγότερο από μήνα. Ημουν νεαρό παιδί τότε, γύρω στα 11. Οι περιορισμοί στην κυκλοφορία και ο διάχυτος τρόμος, είχε ερημώσει τις γειτονιές και συνοικίες. Ηταν μια χειμωνιάτικη Κυριακή και ο πατέρας μας είπε ότι τελικά δεν θα μπορούσε να μας πάει σ΄εκείνο το σινεμά στη Σταδίου που μας είχε υποσχεθεί. Τότε του ζήτησα να με αφήσει να πάω με τον 15χρονο εξάδελφό μου που έμενε στην ίδια γειτονιά.
Ο πατέρας μου δέχτηκε με δισταγμό, δίνοντάς μου κάποια λιγοστά χρήματα και πολλές αυστηρές προειδοποιήσεις. «Περνάμε δύσκολες μέρες και να προσέχετε πολύ..» μας είπε. Το σινεμά έπαιζε 3.00μμ-5.00μμ και ξεκινήσαμε κατά τις δυόμιση από το σπίτι μας που ήταν πίσω από τον Αρδηττό. Φτάνοντας, η αίθουσα είχε γεμίσει κόσμο και μετά κόπου βρήκαμε μια θέση σε διαφορετικές σειρές ο καθένας. Μέσα στο σκοτάδι, διέκρινα τον διπλανό μου, έναν ηλικιωμένο κύριο με λευκό κεφάλι που μου χαμογέλασε στοργικά μόλις κάθισα στη θέση μου.
Δεν θα είχαν περάσει είκοσι λεπτά από την προβολή του έργου και ακούστηκε ένα δυνατό ποδοβολητό μέσα στην αίθουσα. Ωσπου να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει, είδαμε ένα πλήθος να μπαίνει στο σινεμά και να φωνάζει «Ελληνες, νίκη του στρατού μας σήμερα στην Κορυτσά… Η Ελλάδα νικάει τον Ντούτσε…». Επακολούθησε πανζουρλισμός μέσα στην αίθουσα, όπου το πλήθος τραγουδώντας τον Εθνικό Υμνο σπρωχνόταν και στριμωχνόταν στους διαδρόμους και την έξοδο. Ένα δυνατό σπρώξιμο με έριξε κάτω και ένιωσα να με ποδοπατούν τρεχάμενοι που δεν έβλεπαν μπροστά τους.
Μπορεί και να είχα σκοτωθεί αν δεν με τραβούσαν δυνατά από τους ώμους δυό χέρια αγνώστου που με σήκωσε και με έσυρε προς τα έξω. Μόλις συνήλθα και βγήκαμε στο φώς, γνώρισα το πρόσωπο του διπλανού μου κυρίου με το λευκό κεφάλι. «Μα πώς βρέθηκες εσύ μικρό παιδί μόνος σου εδώ σήμερα;» με ρώτησε με ανησυχία. Του εξήγησα ότι είχαμε έρθει με τον εξάδελφό μου που σίγουρα θα με έψαχνε μέσα στο μαινόμενο πλήθος, αλλά … Ο ηλικιωμένος κύριος κατάλαβε και προθυμοποιήθηκε να με συνοδέψει ως το σπίτι. Εξω η Αθήνα καιγόταν από χαρά, ο κόσμος πανηγύριζε στους δρόμους φωνάζοντας «και στη Ρώμη, και στη Ρώμη..». Ηταν άγρια η κατάσταση και φοβόταν να με αφήσει μόνο…
Στη διαδρομή μας ως το σπίτι, έμαθα πολλά απ΄αυτόν. Μου διηγήθηκε τις δικές του εμπειρίες από παλιότερους πολέμους, το 1897, τους Βαλκανικούς, τις συγκινήσεις που βίωσε από τις μεγάλες νίκες. Ηταν αξιωματικός εν αποστρατεία. «Η φλόγα που νιώθει ο στρατιώτης όταν καταφέρνει τη νίκη, είναι μια ευλογία από το Θεό. Να και σήμερα παρ΄όλα μου τα χρόνια, την ίδια φλόγα νιώθω κι΄ας μην είμαι πια στο πεδίο της μάχης. Όταν άκουσα για τη νίκη στην Κορυτσά, ένιωσα τόση δύναμη μέσα μου που μπορούσα να σηκώσω με το χέρι μου ολόκληρο τον κόσμο…» μου έλεγε.
«Ωστόσο, σηκώσατε εμένα και μάλλον μου σώσατε τη ζωή. Αν δεν ήσασταν εσείς , μπορεί και να με είχαν ποδοπατήσει…» του είπα ευγενικά.
«Λοιπόν …Θανάση δεν σε λένε μικρέ; Θα μου χρωστάς μια χάρη. Ακου τι θα σου πώ και θέλω να μην το ξεχάσεις…» μου είπε σοβαρά. «Σήμερα έζησες και συ μια μεγάλη ιστορική μέρα. Είναι η νίκη μας στην Κορυτσά. Γράψε το να το θυμάσαι, είναι 25 Νοεμβρίου 1940.. Αλλά να θυμάσαι κιόλας ό,τι γι΄αυτή τη νίκη, κάποιοι στρατιώτες μας εκεί πάνω στα βουνά της Αλβανίας, έχυσαν το αίμα τους. Χωρίς θυσίες όμως, δεν έρχονται οι μεγάλες νίκες και άλλωστε αυτή είναι και η αξία τους. Ετσι θα είναι πάντα….»
Τον κοίταξα με συγκίνηση καθώς τον είχαν πάρει τα δάκρια ενώ προσπαθούσε να συνεχίσει τα λόγια του… «Εμένα Θανάση, με νίκησε πια ο χρόνος, το ξέρω. Όμως το μέλλον της πατρίδας είσαστε εσείς. Θα ήθελα να είχα τη δύναμη να προλάβω κάποτε, να πάω στην Βόρειο Ηπειρο και να αφήσω ένα στεφάνι εκεί, στα χώματα που έγινε η σημερινή μάχη. Είναι δικά μας χώματα αυτά, κομμάτι της πατρίδας μας. Κάποτε ίσως ξαναγυρίσουν στην Ελλάδα, αλλά μάλλον δεν θα το προλάβω. Θα το προλάβεις όμως εσύ και….θέλω να θυμηθείς μια παρακαταθήκη που σου αφήνω… Να πάς εκεί, στην Κορυτσά για να αφήσεις ένα στεφάνι από μένα για τα παιδιά μας που έδωσαν τη ζωή τους για τη νίκη...Ενα στεφάνι από μένα, τον παλιό πολεμιστή που λαχταρούσε τόσο να είναι κοντά τους σήμερα στο πεδίο της μάχης…»
«Θα το κάνω οπωσδήποτε. Θα το κάνω, σας το υπόσχομαι…» του είπα κλαίγοντας και τον είδα να ξεμακραίνει με βήμα ταχύ, κουνώντας μου το χέρι σαν αποχαιρετισμό. Δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω ούτε το όνομά του.
Επισκέφτηκα την Βόρειο Ηπειρο πριν λίγα χρόνια, όταν πια και εγώ ήμουν εβδομήντα χρονών. Τα περιθώρια που μου έδινε ο χρόνος, είχαν σαφώς αρχίσει να στενεύουν, οπότε συνειδητοποίησα ότι θα πρέπει σιγά-σιγά να τακτοποιούμε τα ηθικά μας χρέη. Δεν πρόλαβα ούτε εγώ να δώ την αυτά τα χώματα να ξαναγυρίζουν στην Ελλάδα, αλλά τουλάχιστον μπορούσα να πάω. Κάτι ήταν και αυτό. Κατάφερα τουλάχιστον να εκτελέσω την παραγγελιά του βετεράνου, αφήνοντας ένα στεφάνι στις πλαγιές των βουνών της Κορυτσάς, για τους ήρωες εκείνης της μεγάλης μέρας….

1 σχόλιο:

  1. Γιαυτόν τόν ασπρομάλλη γέροντα αξίζει νά κρατήσουμε ζωντανή τήν εθνική μας ιδέα. Πρέπει νά επιβιώσει η πατρίδα μας καί η πίστη μας γιά νά μην παει η θυσία όλων αυτών χαμένη.

    "Αλλά να θυμάσαι κιόλας ό,τι γι΄αυτή τη νίκη, κάποιοι στρατιώτες μας εκεί πάνω στα βουνά της Αλβανίας, έχυσαν το αίμα τους."

    Τούς αξίζει παραπάνω από ένα στεφάνι.

    Τούς αξίζει η μνήμη... Oταν τούς ξεχάσουμε τότε θά πεθάνουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.

- Παρακαλούμε στα σχόλια σας να χρησιμοποιείτε ένα όνομα ή ψευδώνυμο.
- Παρακαλούμε να μη χρησιμοποιείτε κεφαλαία γράμματα στη σύνταξη των σχολίων σας.