31/1/13

ΑΝΟΙΧΤΗ ΑΝΑΦΟΡΑ για ένα έγκλημα εις βάρος της πατρίδας και των Ελλήνων

ΑΝΟΙΧΤΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

Ιωάννη Αποστολίδη του Παναγιώτη, π. δικηγόρου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός Καραολή – Δημητρίου  (πρώην Διοικητηρίου) αριθμ. 20, τηλ. 2310 550250, κιν.6932916443
ΠΡΟΣ: Τους Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος κκ Γρ. Πεπονή και Σπ. Μουζακίτη - ΑΘΗΝΑ

ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΗ στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης

Θεσσαλονίκη, 18 Νοεμβρίου 2012

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: 
  • ΝΑ ΕΚΔΟΘΟΥΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΟΣΩΝ ΥΨΗΛΟΜΙΣΘΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ ΛΑΜΒΑΝΑΝ  ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ  ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΚΡΙΘΗΚΕ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΘΡ. 88  ΠΑΡ  2  ΣΥΝΤ. (ΜΙΣΘΟΔΙΚΕΙΟ).
  • ΝΑ ΔΙΑΤΑΧΘΕΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΟΣΩΝ.Η ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟΣ  - ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ, ΙΔΙΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΑΡΙΘΜ. 13/2006 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΔΙΚΕΙΟΥ. ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΩΣΤΟΣΟ ΕΠΩΦΕΛΟΥΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΥΤΗΣ  ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΩΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ.
            Κύριοι Εισαγγελείς,
            Ο πυρήνας της παρούσας αναφοράς είναι ο εξής:Ενώ ένα ανώτατο δικαστήριο, το Μισθοδικείο, έκρινε με την αριθμ. 13/2006  αμετάκλητη απόφασή του αντισυνταγματικές και συνεπώς παράνομες τις αποδοχές του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (στο εξής Ε.Ε.Τ.Τ.),κατά το μέρος που υπερέβαιναν τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, εντούτοις  δεν εκδόθηκε από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες καταλογιστική πράξη εναντίον του, οπότε θα αποτρεπόταν και η (αναλογική) εξομοίωση των αποδοχών όλων των δικαστών καθώς και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς τις δικές του αδιανόητα υψηλές αποδοχές. Αυτή η παράλειψη προκάλεσε από το 2008 και μετά τεράστια ζημία στα δημόσια οικονομικά της Χώρας, όπως εξηγώ στη συνέχεια. Και ενώ μπορούσε αυτή η απόφαση, αντί της συμφοράς που προκάλεσε,  να γίνει (αν και σκανδαλωδώς λανθασμένη και άδικη αλλά που πάντως επικράτησε στη νομολογία ) σίγουρο και αποτελεσματικό  νομικό εργαλείο στα χέρια της Πολιτείας ώστε να επιστραφούν στο δημόσιο ταμείο τεράστια ποσά που έλαβαν τα golden boys του δημόσιου τομέα, καθ’ υπέρβαση των αποδοχών των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αντιθέτως χρησιμοποιήθηκε για το χρύσωμα  ολόκληρου του δικαστικού σώματος και του κύριου προσωπικού  του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με 830.000.000 ευρώ αναδρομικά και 195.000.000 ευρώ γραμμένα στους ετήσιους προϋπολογισμούς επιπλέον  των κανονικών αποδοχών τους.
            (Σημειώνω ότι ασφαλώς  καμιά ευθύνη δεν φέρει ο ίδιος ο πρόεδρος της Ε.Ε.Τ.Τ., που δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι το Μισθοδικείο θα κήρυσσε αντισυνταγματικές μέρος των αποδοχών του.)
 
            Κύριοι Εισαγγελείς,
            Υποβάλλω άρθρο μου με τίτλο «Δικαστές, Εισαγγελείς, Βουλευτές, Μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους – Η άσχημη πλευρά του θέματος των αποδοχών τους»,πού διαδόθηκε ευρύτατα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Google με λέξεις κλειδιά ιδίως:  δικαστές, εισαγγελείς,  μισθοδικείο,  αποδοχές, Αποστολίδης) όπως επίσης θα δοθεί για διάδοση και η παρούσα αναφορά  μου, διότι αφορά ένα θέμα που κατεξοχήν πρέπει να οδηγείται στον κοινωνικό έλεγχο. Και να πω εδώ όσον αφορά το ύφος της παρούσας, ότι η πολύ σοβαρή, ομολογουμένως,  παρέκκλιση από το ύφος επισημότητας που εμπρέπει όταν κανείς απευθύνεται σε εισαγγελείς, δεν προδίδει, ειλικρινά το λέω, ασέβεια του υπογράφοντος προς τον εισαγγελικό θεσμό αλλά οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η αναφορά απευθύνεται ταυτόχρονα                                              (όπως πρέπει να γίνεται για τόσο σοβαρά θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος) και στο κοινό των ΜΚΔ, που βέβαια δεν το αφορά η επισημότητα. Αυτό το κοινό οφείλω να το προειδοποιήσω ότι το μεγάλο κείμενο που ακολουθεί είναι  μάλλον δύσκολο για τον μη νομικό αναγνώστη αλλά έχει, φρονώ ταπεινά, μεγάλο ενδιαφέρον για κάθε πολίτη. Και μια βασική εξήγηση :Με λίγο περισσότερη προσοχή γίνεται καλά κατανοητό ότι δεν υπάρχει καμιά αντίφαση ανάμεσα στην σφοδρή κριτική μου κατά της νομολογίας του Μισθοδικείου για τις αποδοχές των δικαστών και στην άποψή μου ότι ωστόσο μπορούσε αυτή η νομολογία να χρησιμοποιηθεί  για την έκδοση καταλογιστικών πράξεων κατά των ιδιαιτέρως υψηλόμισθων του δημόσιου τομέα.
            Κύριοι Εισαγγελείς,
            Το άρθρο που συνυποβάλλω αναφέρεται στη γνωστή καταραμένη απόφαση αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου για τα αναδρομικά των δικαστών, για την οποία απόφαση έγραψα σε δύο άρθρα μου το 2008 και 2010 στο περιοδικό ΕΝΩΠΙΟΝ, επίσημο όργανο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ότι ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, και στο συνυποβαλλόμενο άρθρο χαρακτηρίζω ληστρική, κατ’ αποτέλεσμα βέβαια, ενόψει της αδιανόητης, νομικά και ηθικά, ζημίας που προκάλεσε στα δημοσιονομικά της Χώρας (ανεξαρτήτως της προσωπικής εντιμότητας των μελών  αυτού του δικαστηρίου) αφού υπό την πίεση αυτής της απόφασης δόθηκαν το 2008 από το Κράτος μας «συμβιβαστικά» στους 6000 δικαστές και το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχους, αναδρομικά 830.000.000 ευρώ  (να σημειώσω ,για το διαδικτυακό κοινό, ότι τελικά δεν τα πήραν όλα στο χέρι και η καταβολή μεγάλου μέρους τους διαρκώς αναβάλλεται, λόγω δημοσιονομικής αδυναμίας, αλλά πάντως εξακολουθούν να βαρύνουν ως χρέος το Δημόσιο)  και επιπλέον 80% αύξηση των αποδοχών τους (ήδη τότε ανώτερων σε σχέση προς όλους τους άλλους εργαζόμενους) με πρόσθετη εγγραφή στους κρατικούς προϋπολογισμούς 195.000.000  ευρώ ετησίως. Και εγώ τουλάχιστον εκτιμώ, παρατηρώντας τα οικονομικά στοιχεία, ότι η χρέωση του Κράτους με αυτά τα ποσά προκάλεσε τον αρχικό - και ανεπανόρθωτο ίσως - κλονισμό της μέχρι και το 2008 δημοσιονομικής, επίπλαστης έστω, σταθερότητας. Και τι σύμπτωση, κκ Εισαγγελείς, ότι τα γιγάντια κονδύλια που εκτίναξαν το δημοσιονομικό έλλειμμα και έγειραν την πλάστιγγα προς την πλευρά της χρεωκοπίας φέρουν την υπογραφή του πρώην υπουργού κ Σωτήρη Χατζηγάκη, του γνωστού και από τις  ρουσφετολογικές προσλήψεις στην «ΑΓΡΟΓΗ», που ως υπουργός  Δικαιοσύνης  έδωσε τα 830.000.000 ευρώ (και την αύξηση 80%) στους δικαστές και ως υπουργός  Γεωργίας έδωσε τα 500.000.000  ευρώ επιδοτήσεις στους αγρότες – γι’ αυτούς  χαλάλι τους, αλλά τώρα μας τα καταλόγισε η ΕΕ και απαιτεί στα ευρωπαϊκά δικαστήρια την ανάκτησή τους.
            Κύριοι Εισαγγελείς, ως γνωστόν όλες οι αξιώσεις των δικαστών και η δήθεν συνταγματική προστασία του ύψους των αποδοχών τους στηρίζεται στην εξής φράση που περιέχεται στο άρθρο 82 παρ. 2 του Συντάγματος: «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους».Αυτή η φράση μέχρι το 1986 ερμηνευόταν ότι απλώς το Σύνταγμα θέλησε να εξάρει προς τον κοινό νομοθέτη, που θα καθορίσει με ειδικό νόμο αλλά κατά την κρίση του τις δικαστικές αποδοχές, τη σημασία του δικαστικού λειτουργήματος (ΣτΕ  753/1953,η οποία είναι η μόνη μέχρι το 1986 δημοσιευθείσα  απόφαση επί του θέματος, διότι μέχρι τότε κανείς δεν διανοήθηκε να δώσει σ’ αυτήν την διάταξη διαφορετικό από αυτό το αυτονόητο περιεχόμενο!). Αλλά έκτοτε, από το 1986 και μετά, ερμηνεύεται  αυτή η φράση ότι περιέχει επιταγή προς το νομοθέτη να καθορίσει τις δικαστικές αποδοχές μεγαλύτερες από όλων των άλλων λειτουργών  και υπαλλήλων όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα! Η παραπάνω απόφαση του ΣτΕ αριθμ. 753/1953 απέδιδε επιτακτικότητα μόνο στην υποχρέωση του νομοθέτη να καθορίσει τις δικαστικές αποδοχές με ειδικό νόμο, όχι όμως και στον καθορισμό του ύψους τους. Ας σημειωθεί, ότι η απόφαση αυτή αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα του νομοθέτη να δίνει σε άλλες κατηγορίες λειτουργών η υπαλλήλων αποδοχές μεγαλύτερες από τις δικαστικές, και υποψιάζεται κανείς ότι γιαυτό η νεώτερη διεστραμμένη ερμηνεία αποκρύπτει την ύπαρξή της.
            Κύριοι Εισαγγελείς, το Μισθοδικείο, το δικαστήριο του άρθρου 88 παρ 2 του Συντάγματος, στην περίπτωση της καταραμένης αριθμ. 13/2006 απόφασής του έκανε ό,τι πιο ανόσιο μπορούσε να κάνει ένα δικαστήριο:Εκτείνοντας στα άκρα την από το 1986 σκανδαλώδη νομολογία υπέρ των δικαστών, ανακήρυξε την παρανομία σε πηγή δικαίου! Διότι ενώ έκρινε ότι οι νομοθετικές διατάξεις που χορηγούσαν στον πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ. αποδοχές μεγαλύτερες από εκείνες των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι αντισυνταγματικές, πάσχουν δηλαδή από  το χειρότερο είδος παρανομίας, εντούτοις πήρε αυτές τις αντισυνταγματικές διατάξεις ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΣΑΝ ΤΙΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΑΤΟΜΟΥ, και τις κατέστησε ΠΗΓΗ ΔΙΚΑΙΟΥ για τον καθορισμό των αποδοχών ΟΛΩΝ των δικαστών και του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τις οποίες εξομοίωσε αναλογικά προς τις αποδοχές του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ.
            Συγκεκριμένα, στη σκέψη 6 αυτής της απόφασης αναφέρονται, ως μείζων πρόταση, τα εξής: «Από τα πιο πάνω έπεται, ότι η χορήγηση σε άλλους λειτουργούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες δύο λειτουργίες (σημ: δηλαδή στη νομοθετική και την εκτελεστική) αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστές), ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΕΥΘΕΩΣ τις ανωτέρω διατάξεις (σημ: δηλαδή τα άρθρα 26 παρ. 1,2,το άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρονται στη διάκριση των κρατικών εξουσιών και 88 παρ 2 που αναφέρεται και στο δικαστικό μισθολόγιο) και ΠΛΗΤΤΕΙ ΚΑΙΡΙΑ την δικαστική ανεξαρτησία. Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ των ως άνω συνταγματικών διατάξεων με την χορήγηση αποδοχών σε λειτουργούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες λειτουργίες του Κράτους μεγαλυτέρων από τις χορηγούμενες στους δικαστές αποδοχές, έχει ως συνέπεια την, κατ ΄ευθείαν εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 88 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 87 παρ. 1 αυτού, ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ των δικαστών, με την χορήγηση και σ’ αυτούς, με τον ίδιο τρόπο, των ίδιων συνολικών αποδοχών που χορηγούνται στα όργανα των άλλων λειτουργιών». Και επειδή, λέει η απόφαση, ο νομοθέτης παρέλειψε να προβεί στην αναβάθμιση των δικαστικών αποδοχών, πρακτικά στον διπλασιασμό τους, επειδή παρέβη την «υποχρέωση» να εξομοιώσει τις αποδοχές ΟΛΩΝ των λειτουργών της δικαστικής εξουσίας προς τις αδιανόητα υψηλές αποδοχές ΕΝΟΣ λειτουργού της εκτελεστικής εξουσίας, του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ., παρέβη υπερκείμενο δίκαιο, τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, υποπίπτοντας  έτσι σε αδικοπραξία κατά των δικαστών, που γι’ αυτόν το λόγο έχουν κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ αξίωση αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου! Δισεκατομμύρια ευρώ έβγαιναν με αυτή την απόφαση του Μισθοδικείου, που και μετά την «συμβιβαστική τακτοποίηση» του θέματος  με την υπουργική απόφαση ΚΥΑ 2/10601/0022/30.1.2008 για καταβολή στους δικαστές 830.000.000  ευρώ και με  την αύξηση των αποδοχών τους  γύρω στο 80%,με το νόμο 3691/2008,πάλι πλησίαζαν τα δύο δισεκατομμύρια! Βέβαια όμως ακολούθησαν τα Μνημόνια και η γενική, κατά το μέτρο του καθενός μας, πτώχευση, μη εξαιρουμένων των δικαστών.
            Κύριοι Εισαγγελείς, αποτελεί βέβαια απόλυτη πρόκληση και δείγμα ειδεχθούς αναλγησίας για τα οικονομικά του Κράτους μας, δηλαδή των φορολογουμένων, το να λαμβάνονται, υπό οποιαδήποτε νομικίστικο πρόσχημα, οι κριθείσες από το ίδιο το Μισθοδικείο ως αντισυνταγματικές και άρα παράνομες αλλά και σκανδαλωδώς υψηλές αποδοχές  ενός ατόμου, του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. ως λόγος ισοϋψούς (αναλογικά) αναβάθμισης μέχρι διπλασιασμού των αποδοχών όλων των δικαστών! Η προκλητικότητα όμως αυτή παροξύνεται στην εν θέματι απόφαση με την εξής κρίση (στην σκέψη 6) του κολασμένου αυτού δικαστηρίου, του Μισθοδικείου: «Εξ άλλου δεν υφίσταται αλλά και δεν απαιτείται να αναζητηθεί οποιαδήποτε αντιστοιχία των προϋποθέσεων και των συνθηκών άσκησης του λειτουργήματος των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και των λοιπών δικαστικών λειτουργών με αυτό του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ.». Δηλαδή κατά το Μισθοδικείο έχουμε απόλυτη αριστοκρατική μισθολογική πρωτοκαθεδρία των δικαστών, ανεξαρτήτως υπηρεσιακής κατάστασης και συνθηκών εργασίας τους εν συγκρίσει προς άλλους λειτουργούς ή υπαλλήλους! Αλλά τότε γιατί οι δικαστές, σήμερα που υφίστανται παρανοϊκή πράγματι περικοπή των αποδοχών τους, επικαλούνται τις εργασιακές συνθήκες τους; Αλλά επειδή με μια τόσο προκλητική δικαστική απόφαση πέτυχαν οι ίδιοι το  χρύσωμά τους, γιαυτό τώρα  ο λαός καμιά απολύτως συμπάθεια δεν  δείχνει για  τον μισθολογικό σφαγιασμό τους, ίσως μάλιστα τον απολαμβάνει χαιρέκακα! ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ, αφού η πρόκληση σ’ αυτόν το λαό είχε υπερβεί και το πιο ακραίο όριο και έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (απόφαση αριθμ.1445/2007) να αναγνωρίζει σε κάθε δικαστή, πέραν των αναδρομικών, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης  5.000 ευρώ κατά του Δημοσίου, δηλαδή κατά των φορολογουμένων, επειδή οι δημοσιογράφοι, απηχώντας το λαό, έκαναν δυσμενή σχόλια για τα προκλητικά αναδρομικά και τις υπέρογκες αυξήσεις των δικαστών, θαρρείς και δεν υπόκεινται και αυτοί στον κοινωνικό έλεγχο, ότι έχουν κάποιο ιδιόμορφο μημουάπτου! Και θα πω εδώ ότι αυτή η αριστοκρατική αντίληψη για τους δικαστές (διότι περί αντιλήψεως πρόκειται, εμφανιζόμενης στην εν θέματι απόφαση με τον μανδύα ερμηνευτικής εκδοχής διατάξεων του Συντάγματος) που την εξέφρασε και το Μισθοδικείο με την άρνηση σύγκρισης της υπηρεσιακής κατάστασης και των συνθηκών υπηρεσίας τους με εκείνες του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ.  και γενικότερα των λειτουργών και υπαλλήλων της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, αυτή, λέω, η αντίληψη, καταστροφική για την τριενικότητα του κράτους και την ισορροπία των εξουσιών, έχει δυστυχώς πολύ βαθιές ρίζες: Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως πρωθυπουργός, όταν οι φουκαράδες δημόσιοι υπάλληλοι τού απέσπασαν μια βαθμίδα στην ιεραρχική εξέλιξή τους, τους είπε, επιτιμητικά και για να ξέρουν τι τους γίνεται, ότι «Εκεί όπου θα τελειώνει η διοικητική ιεραρχία  θα αρχίζει πάντοτε η δικαστική τοιαύτη»! (βλ. ΝοΒ 1 σελ. 670,όπου και το πιο γλειψιάρικο για τους δικαστές κείμενο που έχω διαβάσει ποτέ! ).Αυτήν την αντίληψη, ανατριχιαστική για τα σύγχρονα δημοκρατικά  ήθη, ήρθε να υλοποιήσει σε… χρήμα η εν θέματι καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, με βάση την οποία οι μέσες αποδοχές έναρξης της σταδιοδρομίας δικαστού ήταν στο ίδιο ύψος με τις μέσες αποδοχές δημοσίου υπαλλήλου, ίδιων τυπικών προσόντων, κατά τη λήξη της σταδιοδρομίας του… 
            Εν πάση όμως περιπτώσει το Μισθοδικείο παγίωσε με τη νομολογία του την θεμελειώδη παραδοχή της καταραμένης αριθμ. 13/2006 απόφασής του, ότι παραβιάζει τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και «πλήττει καίρια τη δικαστική ανεξαρτησία», είναι δηλαδή αντισυνταγματικό και άρα παράνομο το μέρος των αποδοχών του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. (και συνεπώς κάθε άλλου δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου όλου του δημόσιου τομέα) που υπερβαίνει τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Παρέπεται ότι είχε υποχρέωση κάθε αρμόδια υπηρεσία,το Ελεγκτικό Συνέδριο ως διοικητική υπηρεσία είτε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, να εκδώσει γι’ αυτό το υπερβάλλον ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ σε βάρος του, καθώς και σε βάρος οποιουδήποτε ενέπιπτε στην υπέρβαση, ακόμη και, το τονίζω, για περιπτώσεις προ του Ν 3691/2008 (που με το άρθρο 57 απαγόρευσε πλέον αποδοχές στο δημόσιο τομέα μεγαλύτερες από εκείνες του Προέδρου του Αρείου Πάγου), πολύ δε περισσότερο μετά από αυτόν, και η παράλειψη αυτού του καταλογισμού συνιστά, κατά τη γνώμη μου, απιστία. Έτσι λοιπόν, ενώ αυτή η θεόστραβη αλλά εναρκτήρια πάγιας πλέον νομολογίας απόφαση αριθμ.13/2006 του Μισθοδικείου μπορούσε να αξιοποιηθεί ως ουρανόπεμπτη ευκαιρία για να χρησιμοποιηθεί αφενός ως ασφαλές νομικό έρεισμα για καταλογισμό τεράστιων ποσών κατά των διαφόρων  «νομίμων» λυμεώνων του δημόσιου τομέα και αφετέρου, με κατάλληλους δικονομικούς χειρισμούς που εκθέτω παρακάτω, να πλήξει δίκην αυτεπιστρόφου τις υπερφίαλες μισθολογικές αξιώσεις των δικαστών, άσχετα αν τις αναγνώρισε αυτή η ίδια η απόφαση του Μισθοδικείου, ενώ, λέω, μπορούσε να αξιοποιηθεί αυτή η απόφαση προς όφελος του Κράτους μας, έγινε αντιθέτως, λόγω παράλειψης της εν θέματι καταλογιστικής πράξης, αιτία δημοσιονομικής συμφοράς της Χώρας, με τη χρέωση του Κράτους μας με δισεκατομμύρια ευρώ χάριν των δήθεν εκλεκτών του, των δικαστών και του προσωπικού του ΝΣΚ, αλλά και αιτία διασυρμού του πολιτικού κόσμου, που αξίωσαν δικαστικώς μισθολογική εξίσωση, με απειλούμενο πρόσθετο κόστος για το Κράτος μας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
            Κύριοι Εισαγγελείς, καταλαβαίνουμε όλοι πόσο θα είχε εκτεθεί στο νομικό κόσμο και στην κοινωνία οποιοσδήποτε θα υποστήριζε ότι δεν επιτρεπόταν νομικά να εκδοθεί τέτοια καταλογιστική πράξη, ότι οι κριθείσες από το Μισθοδικείο ως αντισυνταγματικές  αποδοχές του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ. έπρεπε να μείνουν εκεί που ήταν, για να εξισωθούν με αυτές προς τα πάνω και οι αποδοχές των δικαστών, προς … άρση της αντισυνταγματικότητας και αποκατάσταση, έτσι και μόνο έτσι, κατά το σοφό Μισθοδικείο, της ισοτιμίας των εξουσιών και της «καίρια πληγωμένης» από τον νομοθέτη δικαστικής ανεξαρτησίας! Όμως και με κίνδυνο να εκτεθούν για κοινωνική αναλγησία, όλο και θα βρισκότανε φαρισαίοι που  διυλίζοντας τον κώνωπα θα θύμιζαν ότι ωστόσο αμφισβητείται στη θεωρία η δυνατότητα της Διοίκησης να ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων (και των κατ΄ εξουσιοδότηση νόμου  υπουργικών αποφάσεων, όπως εν προκειμένω με τις αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ.) και να δρα ανάλογα όπου διακρίνει ύπαρξη αντισυνταγματικότητας, στην προκειμένη περίπτωση να εκδώσει καταλογιστική πράξη. Σημαντικό είναι να σημειώσω επ’ αυτού, ότι επ’ ευκαιρία του Νόμου Πλαίσιου για τα ΑΕΙ εκδηλώθηκε έντονα η τάση υπέρ τέτοιου ελέγχου (βλέπε στο Ίντερνετ θετική γνωμοδότηση του καθηγητή συνταγματολόγου κ Κώστα Χρυσόγονου, που τα λέει όλα), υποστηρίχθηκε δηλαδή ότι οι πανεπιστημιακές αρχές δικαιούνται να μην εφαρμόσουν όσες διατάξεις αυτού του νόμου θεωρούν αντισυνταγματικές, και τούτο παρόλο που στην περίπτωση αυτή δεν συνέτρεχαν δεδομένα όπως τα εξής: Στην εν θέματι  περίπτωση, των αποδοχών του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ., πρώτον και κύριον η αντισυνταγματικότητά τους διαγνώσθηκε δικαστικώς, από το Μισθοδικείο, που έχει σύνθεση και λειτουργική υπόσταση ανωτάτου δικαστηρίου, αλλά και από το ΣτΕ με αυτές τούτες τις αποφάσεις που, όπως προανέφερα, μετέβαλαν τη νομολογία του αναφορικά με το νόημα της επίμαχης συνταγματικής διάταξης για τις αποδοχές των δικαστών, οπότε θεωρήθηκε ότι όποιες αποδοχές άλλων λειτουργών ή υπαλλήλων τις υπερβαίνουν είναι αντισυνταγματικές. – και ναι μεν και το ΣτΕ προχώρησε σε παράλογη  επέκταση στους δικαστές αντισυνταγματικών προνομίων αλλά πάντως πρέπει να σημειώσω ότι σε όλες τις σχετικές περιπτώσεις το επίδικο ήταν η εξομοίωση των δικαστικών αποδοχών ή άλλων προνομίων προς τις αποδοχές ή τα προνόμια κάποιας κατηγορίας λειτουργών ή υπαλλήλων και όχι ενός ατόμου, όπως στη προκειμένη περίπτωση της εξομοίωσης με τον πρόεδρο Ε.Ε.Τ.Τ. Δεύτερον, το γεγονός ότι με το Ν 3691/2008 απαγορεύτηκαν στο δημόσιο τομέα αποδοχές μεγαλύτερες από του προέδρου του Αρείου Πάγου, σημαίνει στην ουσία (ενόψει και της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας η οποία κυοφόρησε  αυτή τη ρύθμιση) παραδοχή και από τον τυπικό νομοθέτη ότι προϋπήρχε εν ευρεία εννοία παρανομία (αντισυνταγματικότητα) σε τέτοιες  αποδοχές και απλώς αυτή κατέστη και υπό στενή έννοια παρανομία, ως αντιτιθέμενη και σε τυπικό πια νόμο ,τον Ν.3691/2008.΄Η μάλλον να πω ότι και ξεκάθαρη τυπική παρανομία αυτών των αποδοχών προϋπήρχε, ειδικά όσον αφορά τον πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ., διότι ναι μεν η εξουσιοδοτική διάταξη της  παρ. 9 άθρ.3 Ν 2867/2000 δίνει στους υπουργούς Μεταφορών και Οικονομικών τη δυνατότητα να καθορίσουν  τις αποδοχές του . «κατά παρέκκλιση των διατάξεων που ισχύουν», εφόσον όμως το Μισθοδικείο έκρινε εν μέρει αντισυνταγματικές αυτές τις αποδοχές, τούτο σημαίνει ότι είναι  και τυπικά παράνομες, ήτοι αντιτιθέμενες και σε τυπικό νόμο, στην ίδια  την εξουσιοδοτική διάταξη, διότι βέβαια επιτρέποντας αυτή τον κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις καθορισμό αυτών των αποδοχών δεν σημαίνει ότι επέτρεψε την παρέκκλιση και από συνταγματικές διατάξεις, ήτοι  από εκείνες των άρθρων 26,87 πρ. 1 και 88 παρ. 2 που, κατά το Μισθοδικείο, παραβιάζουν αυτές οι αποδοχές. Τρίτον ναι μεν η τελική κρίση για την (αντι)συνταγματικότητα κάποιου νόμου ανήκει στα δικαστήρια αλλά για τούτο ακριβώς έπρεπε να εκδώσει η Διοίκηση την επίμαχη καταλογιστική πράξη κατά του προέδρου του  Ε.Ε.Τ.Τ. (και ευρύτερα όλων των ομοίων του  υπερπρονομιούχων  του δημόσιου τομέα) ώστε να αχθεί η υπόθεση προς κρίση στα δικαστήρια με προσβολή της πράξης από τον οποιονδήποτε καθού - και αν αυτός αδρανούσε τόσο το καλύτερο! Τέταρτον και το σπουδαιότερο, η Διοίκηση έχει εξ ορισμού δυναμικό χαρακτήρα, υπάρχει για να δρα, όχι να κοιμάται! Λοιπόν, είχε από τη φύση της νομικού χαρακτήρα υπηρεσιακό καθήκον να δράσει και, υλοποιώντας το γενικό περί δικαίου αίσθημα, να εκδώσει τις εν θέματι καταλογιστικές πράξεις , ακόμη και με την μακρινή ελπίδα (πόσο μάλλον με την βεβαιότητα, όπως  εξήγησα) ότι πρώτον μπορούσε έτσι να αποσοβηθεί η χρέωση του Κράτους μας με δύο δισεκατομμύρια ευρώ για  τους δικαστές και το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ και ότι δεύτερον γενικεύοντας τη δράση μπορεί να αναγκάζονταν όλα τα golden boys του δημόσιου τομέα να επιστρέψουν εκατομμύρια ευρώ, ενώ θα πετσοκόβονταν και για το μέλλον οι αντιλαϊκές αποδοχές τους. Είχε, επαναλαμβάνω, καθήκον να δράσει η Διοίκηση δυναμικά και κεραυνοβόλα,να εκδώσει αδίστακτα τις καταλογιστικές πράξεις, αφήνοντας σε κάθε γραμματοκύφωνα νομικό να ανοίγει  όσα  ήθελε βιβλία για τη νομιμότητα αυτών των πράξεων, και όσοι θα τις  δέχονταν κατακέφαλα, όπως άξιζε,  ας έτρεχαν  στα δικαστήρια να τις ακυρώσουν! Φυσικά δεν θα παραλείψω να πω ότι οι ίδιοι οι υπουργοί Μεταφορών  και Οικονομικών με κοινή απόφαση των οποίων, κατόπιν της παραπάνω νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθορίσθηκαν οι αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., είχαν κατά μείζονα λόγο υποχρέωση, μετά τον χαρακτηρισμό τους ως αντισυνταγματικών από το Μισθοδικείο, να τις μειώσουν ακαριαία και αναδρομικά και για το μέλλον εξισώνοντάς τες με τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως το ίδιο έπρεπε να πράξουν και όλοι οι άλλοι υπουργοί, καθένας για παρόμοιες περιπτώσεις στον στενό κυβερνητικό τομέα τους και στους οργανισμούς που επόπτευαν. Δεν το έκαναν  - αλλά τρέχα γύρευε τώρα υπουργικές ευθύνες, πού  έχουν βέβαια και έντονο ποινικό χαρακτήρα αλλά παραγράφηκαν προ πολλού!…
            Κύριοι Εισαγγελείς, επειδή το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό και επειδή δυστυχώς δεν υπήρξε νομικός σχολιασμός και αντίλογος στην καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, πρέπει να τονίσω και εδώ αυτό που λέω και στο συνυποβαλλόμενο άρθρο μου: Ότι στην προκειμένη περίπτωση αφού κρίθηκε από το Μισθοδικείο ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τις αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. παραβιάζουν, κατά το υπερβάλλον τις δικαστικές αποδοχές μέρος, συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος, αυτό σημαίνει, για όσους κατανοούν ορθά τις νομικές έννοιες, ότι είναι βαναύσως παράνομες και επομένως δεν μπορούσαν να τύχουν επεκτατικής εφαρμογής στους δικαστές με κανένα τρόπο. Αν στοχάζομαι σωστά εγώ ο ελάχιστος – συγκεντρωτική μελέτη δεν συνάντησα στη βιβλιογραφία - επέκταση του χώρου εφαρμογής του νόμου είναι δυνατή είτε με διασταλτική ερμηνεία του, είτε κατά παραπομπή από τον ίδιο για ανάλογη εφαρμογή του αλλού, είτε λόγω αναλογίας αρρύθμιστων περιπτώσεων προς τις ρυθμιζόμενες  από τον επεκτεινόμενο νόμο  (και όπου δεν υπάρχει τέτοιος παραπλήσιος , μπορεί να συντελεσθεί υπερβατική διάπλαση δικαίου, extra legem, με σύμπηξη των γενικών αρχών δικαίου και των αξιών του πολιτισμού και συγκατάβαση εκεί όπου δεν μπορεί να πληρωθεί αλλιώς κάποιο νομοθετικό κενό), είτε προς αποκατάσταση, υπό προϋποθέσεις, της ισότητας μεταξύ των ελλήνων, άρθρο 4 του Συντάγματος, όταν όμως ο επεκτεινόμενος νόμος είναι σύμφωνος καθ’ εαυτόν με το Σύνταγμα, ενώ η νομοθεσία των αποδοχών του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ. κρίθηκε αντιβαίνουσα στο Σύνταγμα κατά το υπερβάλλον τις δικαστικές αποδοχές μέρος και επομένως δεν μπορούσε να τύχει επέκτασης βάσει της ισότητας. Κατά τον αείμνηστο Αριστ. Μάνεση ο αντισυνταγματικός νόμος είναι βέβαια ανίσχυρος αλλά και κάτι χειρότερο: Τέτοιος νόμος δεν είναι καν νόμος, είναι ανυπόστατος… Επομένως τι λόγος  μπορούσε να γίνει για επέκταση στους δικαστές ανυπόστατου ως αντισυνταγματικός  νόμου, δηλαδή της κατά νομοθετική εξουσιοδότηση σχετικής ΚΥΑ των υπουργών Μεταφορών και Οικονομικών για τον καθορισμό των αποδοχών του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ! Το Μισθοδικείο πάντως δεν χρησιμοποίησε, για την εν προκειμένω  εξομοίωση, κάποια από αυτές τις παραδεκτές πλατφόρμες επέκτασης του νόμου, ούτε την αρχή της ισότητας, αλλά με καθαρά πραξικοπηματική χρήση της εξουσίας του είπε ετσιθελικά ότι η αντισυνταγματική προνομιακή νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ. επεκτείνεται και στις αποδοχές των δικαστών «κατ΄ευθείαν εφαρμογή» (sic) των συνταγματικών διατάξεων που, όπως δέχτηκε το ίδιο το Μισθοδικείο, αυτή η ρύθμιση παραβίασε! Ας ξαναδιαβάσει ο αναγνώστης τρίβοντας τα μάτια του το σκεπτικό της απόφασης, που παραθέτω στην αρχή, σκεπτικό φρικαλέο, τι κι αν έχει την ιστορία του σε προηγούμενες αποφάσεις του ΣτΕ, που πάντως ποτέ δεν αφορούσαν σύγκριση των δικαστικών αποδοχών προς εκείνες ΕΝΟΣ ατόμου, όπως εν προκειμένω!.Και αυτό το «κατ΄ευθείαν εφαρμογή» των παραβιασθεισών συνταγματικών διατάξεων εμένα τουλάχιστον με μπερδεύει και για άλλον λόγο, πέραν της αγανάκτησης που μου προκαλεί:Διότι οι παραβιασθείσες ως ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις δεν έχουν βέβαια κάποιο μισθολογικό  περιεχόμενο αλλά ορίζουν τη διάκριση  των εξουσιών, ακόμη δε και η μοιραία διάταξη του άρθρου 82 παρ. 2 Συντ. που ορίζει ότι «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους» δεν έχει βέβαια  συγκεκριμένο μισθολογικό περιεχόμενο  και επομένως όλες αυτές οι διατάξεις είναι απρόσφορες να τύχουν «κατ΄ευθείαν  εφαρμογής» (που τι άλλο εννοεί εν προκειμένω αυτή η έκφραση παρά τη γνωστή  στη θεωρία του συνταγματικού δικαίου έννοια της «άμεσης εφαρμογής» διατάξεων του Συντάγματος) για να καθορίσουν άμεσα ποσοτικά  τις αποδοχές των δικαστών, γιαυτό και κατέφυγε το Μισθοδικείο στο τέχνασμα της δήθεν υποχρέωσης που είχε ο νομοθέτης ( που η παράλειψή της προκαλεί  αδικοπρακτικές συνέπειες)  να καθορίσει, επιτασσόμενος  δήθεν «κατ’ ευθείαν» από τις… παραβιασθείσες διατάξεις του Συντάγματος, τις αποδοχές των δικαστών με τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο ύψος (λέει η καταραμένη απόφαση του Μισθοδικείου) με τις …παραβιάζουσες διατάξεις για τις αποδοχές του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ.! Το άρθρο  93 παρ. 4  Συντ. λέει: «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα». Λοιπόν το Μισθοδικείο, ενώ έκρινε και διετύπωσε στην απόφασή του με  σαφήνεια ότι οι νομοθετικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις αποδοχές του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ. είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα, ότι ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ τα άρθρα 26 παρ. 1,2 ,το 87 παρ 1 και 88 παρ 2, πάντοτε κατά το μέρος που ξεπερνούν τις δικαστικές αποδοχές, αντί να αναγγείλει την ακυρότητά τους (δεν λέω να απαγγείλει την ακυρότητα, διότι αυτή η αρμοδιότητα, να κηρύξει ανίσχυρο το νόμο, ανήκει μόνο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, άρθρο 100 Συντ) και ότι είναι ανεφάρμοστες και για τον ίδιο τον πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ. (για να προετοιμάσει έτσι και το βαθύ κούρεμα των ετήσιων αποδοχών του,347.659,98  ευρώ έπαιρνε και δεν ξέρω αν το άξιζε, αφού κάτω από τη μύτη αυτής της «ανεξάρτητης»  αρχής έγινε το θαμένο σκάνδαλο της παρακολούθησης των τηλεφώνων ολόκληρης της εθνικής ηγεσίας μας!) αντί λοιπόν να κάνει αυτά το Μισθοδικείο, πήρε τις ρυθμίσεις αυτών των αποδοχών και, ΑΝΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ  ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΣΕ ΠΗΓΗ ΔΙΚΑΙΟΥ, τις επεξέτεινε, με το παραπάνω τέχνασμα, σε όλους τους δικαστές και το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ.!,οπότε χρησιμοποιήθηκαν ως όπλο για να ληστευθεί το δημόσιο ταμείο, με λεία 2.ΟΟΟ.ΟΟΟ.ΟΟΟ ευρώ! Ποιά συνείδηση δικαίου επιτρέπει την εξίσωση των αποδοχών ΟΛΩΝ των δικαστών προς εκείνες ΕΝΟΣ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΥΠΕΡΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΥ (δεύτερου μετά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε αποδοχές!) και άλλης υπηρεσιακής κατάστασης και συνθηκών εργασίας ατόμου, του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ.; Το Μισθοδικείο κατέστησε έτσι το Νόμο βιαστή της  αγνής Δικαιοσύνης! Κατέστησε το νόμο υπόνομο! Αντί να στείλει, κατ’ άρθρο 38 Κ.Π.Δ., στον εισαγγελέα ως αντισυνταγματικές και παράνομες τις αποδοχές του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ., για έρευνα ενδεχόμενης  κολάσιμης πράξης ,για να εξετασθεί  δηλαδή τυχόν δόλια και  χαριστική υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης εκ μέρους των υπουργών Μεταφορών και Οικονομικών κατά τον καθορισμό αυτών των αποδοχών (η οποία νομοθετική εξουσιοδότηση έλεγε, ξανατονίζω, ότι μπορούν να τις καθορίσουν «κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις» αλλά όχι βέβαια και από τις συνταγματικές διατάξεις, όπως κατά το ίδιο το Μισθοδιείο συνέβη!) αντί, λέω, να στείλει αυτές τις αποδοχές στον Εισαγγελέα τις προόρισε για το … Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με απαίτηση πίστωσης των δικαστών και χρέωσης των φορολογουμένων με δισεκατομμύρια ευρώ! Γιαυτό υποστηρίζω εγώ ότι το θέμα αυτό, ανεξάρτητα από το αν είχαν επίγνωση του τι πράττουν όσοι είχαν εμπλακεί, είναι αντικειμενικά το μεγαλύτερο σκάνδαλο από καταβολής του ελληνικού Κράτους λόγω αφενός της υλικής ζημίας που προκάλεσε στο Δημόσιο και της ηθικής ζημίας στο δημόσιο βίο, αλλά και λόγω του ότι υπήρξε απευθείας απότοκο της παθογένειας των θεσμών μας! Η Δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση φέρθηκε σαν τυραννική εξουσία! Αλλά για τους τυράννους «Βαρεία δ’ αστών φάτις ξυν κότω / δημοκράτου δ’ αράς τείνει χρέος»,δηλαδή,Βαρειά κατάρα στους τύραννους του δημοκράτη λαού, λέει ο Τραγωδός  Αισχύλος. Ο αείμνηστος καθηγητής Αριστόβουλος Μάνεσης σε μελέτη του για την συνταγματική αρχή της ισότητας και την εφαρμογής της από τα δικαστήρια θεωρεί αδιανόητη και γι’ αυτό απίθανη ακόμη και την εμφάνιση για δικαστική κρίση υπό το πρίσμα της ισότητας μίας μεμονωμένης αδικαιολόγητα ευμενούς ρύθμισης, διότι η από τους πολλούς μη ευνοηθέντες επίκληση της ισότητας εν σχέσει προς τον μεμονωμένο ευνοηθέντα θα είχε, λέει ο αείμνηστος, τον  χαρακτήρα της μη αναγνωριζομένης από το δίκαιό μας actio popylaris.Αλλά το πόπολο των δικαστών, και συνέρευσε κατά χιλιάδες στο Μισθοδικείο και ζήτησε και πήρε τα προνόμια του ενός, του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ.! Και ναι μεν την προκειμένη περίπτωση δεν την είδε το Μισθοδικείο καθόλου, επαναλαμβάνω, υπό το πρίσμα της συνταγματικής αρχής της ισότητας (και θα έλεγα ευτυχώς, διότι αν το έβλεπε ως θέμα μισθολογικής εξίσωσης όλων των ισόβιων λειτουργών της δικαστικής εξουσίας προς  έναν  πρόσκαιρο λειτουργό της εκτελεστικής εξουσίας, όπως είναι ο πρόεδρος Ε.Ε.Τ.Τ., θα είχε δείξει πρόστυχη περιφρόνηση προς τη λογική και το αίσθημα δικαίου) αλλά στο ίδιο αποτέλεσμα ,στην εξίσωση, έφτασε και με την ακόμα πιο παράλογη  κρίση περί δήθεν σεισμικής  διασάλευσης της ισοδυναμίας των κρατικών εξουσιών και δήθεν «καίριου πλήγματος» κατά της δικαστικής ανεξαρτησίας από το μισθολογικό προβάδισμα ΕΝΟΣ ΑΤΟΜΟΥ, του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. έναντι των δικαστών και δήθεν επιβεβλημένης  επεκτάσεως των αποδοχών εκείνου προς αυτούς ως μόνου αναγκαίου και ικανού όρου για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας, καίτοι οι προνομιακές αποδοχές εκείνου ήταν παράνομες αφού παραβίαζαν το Σύνταγμα - αλλά το Μισθοδικείο είπε ουσιαστικά ότι  επειδή παραβιάζουν το Σύνταγμα, επειδή είναι παράνομες γιαυτό τις επεκτείνουμε και στους δικαστές!!!!!!!!!!!!!!!!!! ,τους οποίους εξισώνουμε για τις αποδοχές τους με τον πρόεδρο του Ε.Ε.Τ.Τ. και έτσι στέλνουμε  στον αγύριστο και την αρχή της απαγόρευσης της «ισότητας στην παρανομία»,σε αντίθεση με την Α.Π. 1589/2006 που εκδόθηκε λίγο πρίν την έκδοση της καταραμένης 13/2006 του Μισθοδικείου. Να σημειώσω εδώ ότι θέμα εξομοίωσης των δικαστικών αποδοχών (και επιδαψίλευσης άλλων προνομίων) υπήρξε και στην αριθμ. 1/2005 απόφαση του Μισθοδικείου, κατά σύμπτωση με Πρόεδρο και Εισηγητή τα ίδια πρόσωπα, Πρόεδρος ο τότε Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ Ρωμύλος Κεδίκογλου και Εισηγητής ο δικηγόρος κ Αντώνης Αργυρός (όπως και στην εν θέματι καταραμένη αριθμ. 13/2006 του Μισθοδικείου) όπου όμως η υπόθεση, με αντικείμενο την εξομοίωση των αποδοχών των δικαστών προς τις μεγαλύτερες αποδοχές όχι ενός ατόμου αλλά μιας κατηγορίας λειτουργών του ΝΣΚ,  κρίθηκε στη βάση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πράγμα που δεν έγινε, επαναλαμβάνω, στην καταραμένη αριθμ.13/2006 του Μισθοδικείου, όπου, επειδή θα ήταν αναιδής η επίκληση αυτής της αρχής προς εξίσωση χιλιάδων δικαστών προς έναν υπερπρονομιούχο ανεξάρτητο δημόσιο λειτουργό αλλά και επειδή από την άλλη το αντικείμενο του νομικού ζητήματος που θα έλυνε το Μισθοδικείο ήταν τάξεως δισεκατομμυρίων ευρώ (για την αναβάθμιση των δικαστικών αποδοχών),για τούτο χρησιμοποιήθηκαν άλλα ,πιο ζόρικα ,πιο «προηγμένα», πιο σεσοφισμένα νομικά επιχειρήματα, με τόση νομική περισσοτεχνία ώστε  να καταντούν πανάθλια νομικίστικα, με τα οποία ωστόσο δικαιολογήθηκε το να πληρώσει  ο έλληνας φορολογούμενος τα μαλλιά της κεφαλής του, τάχα για να αποκατασταθεί η τάχα ανατραπείσα ισοτιμία των κρατικών εξουσιών και η τάχα ημιθανής, από το «καίριο πλήγμα» του νομοθέτη, ανεξαρτησία όλων των δικαστών μας! Στην πραγματικότητα τίποτε δεν δικαιολογούσε  την αναβάθμιση των δικαστικών αποδοχών στο ύψος των αποδοχών του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., για τις οποίες, αφού τις έβγαλε το Μισθοδικείο (λανθασμένα αλλά αμετάκλητα) εν μέρει αντισυνταγματικές, το μόνο θέμα που ετίθετο και τίθεται είναι ο καταλογισμός και η διαταγή επιστροφής στο Κράτος μας (δηλαδή στον ίδιο το λαό μας) του υπερβάλλοντος τις δικαστικές αποδοχές μέρους   Αλλά γιατί άραγε δεν έγινε και εξακολουθεί να μη γίνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες αυτή η τόσο απλή, η νομικά άμεμπτη και δημοσιονομικά  επωφελέστατη κίνηση, και ακόμα καλύτερα γιατί δεν νομοθετήθηκε  γενικότερη διαδικασία ανάκτησης από το Κράτος όλων των αντισυνταγματικά (κατά το Μισθοδικείο) καταβληθεισών σε οποιονδήποτε αποδοχών μεγαλυτέρων από τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων; Γιατί οι αρμόδιοι δεν εκμεταλλεύθηκαν την  (λανθασμένη αλλά που επικράτησε στη νομολογία) καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου που, από μια πλευρά κάνοντας κατά λάθος το σωστό ,τους έδινε γερό νομολογιακό έρεισμα για να στηρίξουν, κατά τα ανωτέρω, καταλογιστική πράξη κατά του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ.; Η προφανής απάντηση είναι η εξής: Διότι ένας τέτοιος καταλογισμός  (και ακόμη καλύτερα μια τέτοια νομοθετημένη ανάκτηση) θα καταλάμβανε, όπως είπα, όλο το δημόσιο τομέα, οπότε αφενός θα κολοβώνονταν για το μέλλον οι αποδοχές όλων όσων  έπαιρναν χρήμα με ουρά, ιδίως στις διοικήσεις των ανεξάρτητων αρχών (των οποίων εξαρτημένη και δούλα είναι η κοινωνία μας!) και των ΔΕΚΟ ,και αφετέρου θα επέστρεφαν  όλοι αυτοί στο Δημόσιο τεράστια ποσά που πήραν στο παρελθόν. Εννοείται ότι θα δυσφορούσαν αφάνταστα και οι δικαστές ,που θα έβλεπαν ότι ήταν άνθρακες ο θησαυρός της καταραμένης αριθμ. 13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου, διότι, όπως αναφέρω στο συνυποβαλλόμενο άρθρο μου, αν και μετά την καταλογιστική πράξη και την αναδρομική μείωση με αυτήν των αποδοχών του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., αν, λέω, επέμεναν οι δικαστές να εκτελέσουν τις υπέρ τους και  κατά του Δημοσίου δικαστικές αποφάσεις, αυτό, το Δημόσιο, μπορούσε με βεβαιότητα  να τις ακυρώσει προκαλώντας  παλινδικία είτε με αναψηλάφηση των σχετικών δικών είτε με ανακοπές του άρθρου 933 ΚΠολΔ , επικαλούμενο την εκ των υστέρων (μετά την καταλογιστική πράξη) εξάλειψη της  πραγματικής βάσης των αξιώσεών τους, την κατάργηση δηλαδή αναδρομικά της μισθολογικής διαφοράς μεταξύ των αποδοχών του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ. και των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, οπότε θα τύγχανε κλασικής εφαρμογής και η γενικότερη αρχή sublata causa, tollitur effectus, αιρομένης της αιτίας αίρεται το αποτέλεσμα..Και, παρεμπιπτόντως, για όποιον διερωτάται γιατί και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, δικαστικός υπερασπιστής και νομικός καθοδηγητής του Κράτους μας (Ν 3086/2002 άρθρο 2 α, στ) δεν εμπνεύσθηκε και δεν εισηγήθηκε αυτόν τον καταλογισμό (που στο κάτω κάτω ας γινόταν και ας δοκιμάζοταν η τύχη του στα δικαστήρια) ή ακόμη και την νομοθετημένη ανάκτηση, η απάντηση είναι η εξής:Αν η δική μου νομική άποψη δεν είναι μια πολύ  μεγάλη  σαχλαμάρα (αλλά εδώ χιλιοπαρακαλώ να μου συγχωρηθεί το ότι χωρίς αναφορά σε ονόματα, πράγμα απρεπές, θα πω ότι μεταξύ των άλλων καθηγητών νομικής με τηλεφώνησε και ένας κορυφαίος σε τομέα συναφή με το θέμα μου και μου είπε, «Σας συγχαίρω με ευγνωμοσύνη», έτσι ακριβώς μου είπε - και αν προσφερόταν το θέμα για εντυπωσιασμό και δεν με απέτρεπαν και αυστηροί λόγοι εχεμύθειας, έχω να επικαλεσθώ επιστολή με άλλη, όσο μπορεί κανείς να φαντασθεί πιο έγκυρη και ηχηρή αναγνώριση της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της άποψης που υποστηρίζω), αν, λέω, ευσταθεί έστω και λιγάκι η άποψή μου σχετικά με την δυνατότητα έκδοσης της εν θέματι καταλογιστικής πράξης ή, γενικότερα, νομοθετημένης ανάκτησης, τότε η αδράνεια του προσωπικού του Ν.Σ.Κ. να εισηγηθούν τέτοιες ενέργειες οφείλεται ή σε εγκληματική αμεριμνησία  ή σε οικτρή ανικανότητα ή σε προδοτική ιδιοτέλεια, διότι οι πρώτοι ωφελημένοι μαζί με τους δικαστές από την καταραμένη αριθμ.13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου ήταν το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, αφού κατά το άρθρο 100Α του Συντάγματος οι αποδοχές τους είναι ίσες με εκείνες  των δικαστών, που διπλασίαζε η επίμαχη απόφαση  του Μισθοδικείου και για τούτο άλλωστε η νομοθετική μεταμόρφωση των αποτελεσμάτων της, δηλαδή τα 830.000.000 ευρώ και η αύξηση 80/% , δόθηκαν και στο κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ.                     
            Έπρεπε λοιπόν, κκ Εισαγγελείς, να γίνει αυτή η ενέργεια  καταλογισμού κατά του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. και ακολούθως εναντίον όλων των πάσης φύσεως και θέσεως  golden boys του δημόσιου τομέα, πράγμα που θα καθιστούσε την καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου αβλαβή τελικά για το Δημόσιο εν σχέσει προς  τους δικαστές και το προσωπικό του Ν.Σ.Κ και επωφελή για το ίδιο εν σχέσει προς τα golden boys.Αλλά στη χώρα μας ποια εξουσία, συνηθισμένη μάλιστα στα λόγια να λαϊκίζει αλλά στην πράξη να υπηρετεί  συνασπισμένα συμφέροντα ( σπέρνουμε αριστερά και θερίζουμε δεξιά…), ποιος, λέω, θα  είχε τα κότσια να καταφέρει ένα τόσο συντριπτικό πλήγμα στο κακομαθημένο ηγετικό  κατεστημένο; Ωστόσο ο καταλογισμός αυτός ήταν μεν πολιτική υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης, όχι λιγότερο όμως ήταν και υπηρεσιακό καθήκον είτε του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως διοικητικού οργάνου είτε, κατά περίπτωση, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Φρονώ λοιπόν ότι συνιστά με απόλυτη νομοτυπική ακρίβεια αξιόποινη άπιστη παράλειψη η συμπεριφορά αυτών των οργάνων που ενώ είχαν την υποχρέωση να προβούν στον εν θέματι  καταλογισμό τον παρέλειψαν - εναπόκειται δε στα διωκτικά όργανα να εξετάσουν αν συντρέχουν και σε ποια πρόσωπα οι άλλοι όροι υπαγωγής της περίπτωσης στο άρθρο 390 Π.Κ.
                   Κύριοι Εισαγγελείς, επειδή η παρούσα αναφορά είναι ανοιχτή  στους πολίτες, για να μη τρέφουν αυτοί φρούδες ελπίδες ότι μπορεί  να συμβεί ακόμη και τώρα ένας τέτοιος ηθικά λυτρωτικός και δημοσιονομικά εξαιρετικά αποδοτικός καταλογισμός ή μια νομοθέτηση ανάκτησης, θα πω το εξής: Κάτι τέτοιο προϋποθέτει  ένα κράτος όχι μόνο κέρβερο στα δημόσια οικονομικά  αλλά και στιβαρό, σοβαρό, σκληρό εκεί που πρέπει. Δείγμα όμως, πολύ χαρακτηριστικό, της έλλειψης ακόμη και τώρα σοβαρότητας της εξουσιαστικής ελίτ είναι και η εξής ιστορία: Εισηγητής στην παραπάνω καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου ήταν ο δικηγόρος κ. Αντώνης Αργυρός, ως κατ’ απονομή δικαστής σ’ αυτό το δικαστήριο. Αυτός εισηγήθηκε την  απόφαση που - απρόθετα βέβαια από πλευράς του - κόστισε δισεκατομμύρια στο Δημόσιο. Εγώ, όπως έγραψα και στο περιοδικό ΕΝΩΠΙΟΝ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος Ιανουαρίου 2010, στο εκτενές άρθρο μου με τίτλο "Το Κωλακρέτου Γάλα" (έτσι λεγόταν σκωπτικά στην αρχαία Αθήνα ο μισθός των δικαστών), εγώ, λέω, δεν έχω καμιά αμφιβολία  για την αγνότητα της εισηγητικής γνώμης του κ. Αργυρού, άλλο αν δεν συμφωνώ καθόλου μαζί του, και εντυπωσιάζομαι μάλιστα πολύ δυσάρεστα ιδίως με το μέρος της απόφασης του Μισθοδικείου όπου για πρώτη φορά στην περιπετειώδη ιστορία των εξομοιώσεων των δικαστικών αποδοχών με ανώτερες άλλων δημόσιων λειτουργών, αποδίδεται αδικοπραξία στον ίδιο το νομοθέτη, δηλ. στη Βουλή και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για παράλειψη νομοθέτησης, παράλειψη δηλαδή της εξομοίωσης αυτών των αποδοχών προς τις αποδοχές του προέδρου Ε.Ε.Τ.Τ., ενώ  τέτοια, δια παραλείψεως  νομοθέτησης, αδικοπραξία νοείται μόνο σε εντελώς εξαιρετικές και κατάφωρες περιπτώσεις, όπως – και ίσως μάλιστα αποκλειστικά - σε περίπτωση παράλειψης ψήφισης εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου ή μη εσωτερίκευσης (παρά πάσα διεθνή δέσμευση της Χώρας) διεθνούς δικαίου, διότι αλλιώς, αν πάρουμε φόρα και καταλογίσουμε τόσον ελαφρά τη καρδία αδικοπρακτική συμπεριφορά ακόμη και στο υπέρτατο και κυριαρχικά βουλευόμενο όργανο του Κράτους, στο νομοθέτη, θα φτάσουμε να καταλογίσουμε  αδικοπραξία  στον ίδιο το λαό, όταν τυχόν, λειτουργώντας ως όργανο του Κράτους (εκλογικό σώμα), «παραβαίνει» το Σύνταγμα ή το διεθνές δίκαιο, στην ουσία όταν θα αποφασίζει κατά τρόπο μη αρεστό σε κάποιους...(Και θα κάνω εδώ μια εκτενή παρένθεση για να πω ότι σε καιρό γενικής δυσθυμίας μπορεί κανείς να γελάσει με την καρδιά του αν οδηγήσει στα άκρα την λογική του άνετου καταλογισμού από το Μισθοδικείο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς στο νομοθέτη:Ας το προχωρήσουμε πράγματι και ας δούμε περίπτωση αδικοπρακτικής, σύμφωνα με την παράλογη λογική του Μισθοδικείου, ενοχοποίησης ολόκληρου του λαού:Ας υποθέσουμε ότι διενεργείται δημοψήφισμα για καταγγελία του Μνημονίου και ότι υπερψηφίζεται αυτή και πραγματοποιείται. Αυτό θα συνιστά, φυσικά, παράβαση διεθνούς δικαίου, κάτι που κατά την  λογική του Μισθοδικείου θα έχει και την αδικοπρακτική πλευρά του. Και ποιος θα είναι ο αδικητής; Φυσικά ο λαός, με τη λειτουργία του ως κρατικό όργανο και με την επιλογή που έκανε, και μάλιστα κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα θα ευθυνόμαστε εις ολόκληρον και ο καθένας μας προσωπικά σε αποζημίωση των δανειστών μας και χωρίς, ώ συμφορά μας, να ισχύει στην περίπτωσή μας  η κατά τον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (Ν 3528/2007 άρθρο 38) απαλλακτική για τον υπάλληλο ανάληψη της αστικής ευθύνης  από το Δημόσιο! Δηλαδή θα ζητούν οι τροϊκανοί αποζημίωση εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ(καλά διαβάζετε, δισεκατομμύρια!) από τον καθένα μας αν ψηφίσουμε εναντίον του Μνημονίου! Βλέπουμε λοιπόν πόσο τα θλιβερά νομικά του Μισθοδικείου, ειδικά ο προπετής καταλογισμός αδικοπραξίας στον κυριαρχικά βουλευόμενο νομοθέτη, στη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιτρέπουν στη φαντασία μας να καλπάζει αχαλίνωτη, πόσο αυτά τα νομικά είναι ικανά ή να μας πεθάνουν στα γέλια ή, αν τα πάρουμε στα σοβαρά, να μας  τρελάνουν!). Αγνότατη πάντως –επανέρχομαι και ξαναλέω - η εισηγητική γνώμη του κ Αργυρού στο Μισθοδικείο (άλλωστε στα περισσότερα σημεία ακολουθεί τη σκανδαλώδη μεν υπέρ των δικαστών αλλά πάντως πεπατημένη από το 1986 νομολογία) αλλά  ωστόσο καταστρεπτική για τα δημόσια οικονομικά! Τα οποία δημόσια οικονομικά για να διορθωθούν αναγκάσθηκε η Πολιτεία μεταξύ των άλλων μέτρων - που, ωιμέ ,πήγαν αμόντε… - να επιβάλλει και το λεγόμενο χαράτσι της ΔΕΗ. Λοιπόν, ο κ Αργυρός  έγινε στη συνέχεια ευρύτερα γνωστός ως μπροστάρης  της κίνησης ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ το χαράτσι, προσφεύγοντας ,με μεγάλη δημοσιότητα, δικαστικά πρώτος εναντίον αυτού του μέτρου, το οποίο όμως ήταν, κατά ανάλογο μέρος, επακόλουθο και της δικής του εισήγησης και ψήφου στο Μισθοδικείο… Δικαίωμα βέβαια  του κ Αργυρού  να αντιλέγει στο χαράτσι , και άλλωστε η δικαστική ενέργειά του έγινε ασμένως δεκτή από το λαό, όπως  φάνηκε και από το γεγονός ότι όταν ο κ Αργυρός έγινε Υπουργός Επικρατείας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του δικαστού κ Πικραμένου, όλα τα ΜΜΕ διαλαλούσαν χαρωπά  ότι «Κάνανε υπουργό  τον δικηγόρο  που πρώτος προσέφυγε στα δικαστήρια κατά του χαρατσιού».Σε πολλούς όμως  πολύ σοβαρούς ανθρώπους που γνωρίζουν καλά όλες τις πλευρές  των πραγμάτων, ήταν πολύ φυσικό αφενός  να τους φανεί κάπως παράδοξο το γεγονός ότι, εκείνος που με τη δικαστική εισήγηση και ψήφο του στο Μισθοδικείο  «συνέβαλε», ας το πούμε έτσι, στο φαλιμέντο του Κράτους με επακόλουθο το χαράτσωμα του λαού, είναι ο ίδιος που πρωτοστατεί στη μη πληρωμή του χαρατσιού, και αφετέρου να τους περάσει από το μυαλό η βέβηλη σκέψη ότι αυτή η υπουργοποίηση ήταν «αντευεργέτημα»  των δικαστών, δια του δικαστού υπηρεσιακού Πρωθυπουργού και Προέδρου του ΣτΕ κ Πικραμένου, προς τον «ευεργέτη» τους, προς τον άνθρωπο που εισηγήθηκε στο Μισθοδικείο την χρυσοφόρα για τους δικαστές απόφαση - για την οποία  απόφαση ας σημειωθεί ότι οι τρείς καθηγητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που μετείχαν στη σύνθεση αυτού του δικαστηρίου και μειοψήφισαν, είχαν εναγωνίως προειδοποιήσει  ότι αν δοθούν αυτά τα χρήματα στους δικαστές, αυτό «…θα εξουθενώσει τα οικονομικά της Χώρας, με συνέπεια την πρακτική αδυναμία του Κράτους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του», όπως και έγινε… Λοιπόν, είναι σοβαρό ένα κράτος όπου με νηπιώδη απερισκεψία ο ίδιος ο Πρόεδρος του ΣτΕ προκαλεί την (ψευδή αλλά τόσο δυσάρεστη) εντύπωση ότι, ως «ευεργετηθείς» δια παχυλών αναδρομικών και αυξήσεων,  «αντευεργετεί» με ύψιστο αξίωμα τον δικηγόρο που «ευεργέτησε» τον ίδιο και όλους τους δικαστές; Γιαυτό λέω ότι σ’ ένα τόσο ελαφρόμυαλο κράτος ας μην περιμένουμε να σκεφτούν σοβαρά έστω και τώρα στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ότι πρέπει να προβούν στον παραπάνω ηθικά και νομικά επιβεβλημένο καταλογισμό τεράστιων ποσών σε πλήθος αξιωματούχων, ιδίως κατά των μέχρι το 2008 ηγεσιών των ανεξαρτήτων αρχών και των ΔΕΚΟ. Εκτός αν τους το επιβάλλει  κάποιος  ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ! Για παράδειγμα, πόσοι στην ΕΡΤ έπαιρναν ετήσιες  αποδοχές, αντισυνταγματικά κατά το Μισθοδικείο, ως καθ’ υπέρβαση των αποδοχών των Προέδρων Ανωτάτων Δικαστηρίων, και άρα παράνομα, δύο και τρεις εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ; Να σημειώσω και πάλι εδώ ότι ο νόμος 3691/2008, που στο άρθρο 57 απαγορεύει σε όλο το δημόσιο τομέα αποδοχές μεγαλύτερες από του Προέδρου του Αρείου Πάγου, απλώς έδωσε μορφή και ρητής πλέον διάταξης τυπικού νόμου στην ήδη υπάρχουσα, κατά το Μισθοδικείο, αντισυνταγματικότητα, δηλαδή παρανομία τέτοιων αποδοχών. Επομένως αποτελούσε και αποτελεί άπιστη παράλειψη υπηρεσιακού καθήκοντος ο μη καταλογισμός μισθολογικών διαφορών σε όλους όσους και προ του Ν 3691/2008 (πολύ περισσότερο μετά από αυτόν) λάμβαναν αποδοχές μεγαλύτερες από τις αποδοχές των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
            Κύριοι Εισαγγελείς, έχουμε και τα εξής νεότερα στο θέμα της παρούσας αναφοράς και ας ετοιμασθεί το διαδικτυακό κοινό, στο οποίο επίσης απευθύνεται, όπως είπα, η παρούσα , άς ετοιμασθεί, λέω, να γελάσει μέχρι δακρύων.
            Ιδού λοιπόν τα νεότερα:
            Ως γνωστόν κατόπιν της καταραμένης αριθμ. 13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου και της κατά τα άνω νομοθετικής «τακτοποίησης» των δικαστικών αξιώσεων, άνοιξε η όρεξη σε πλήθος συνταξιούχων βουλευτών  που βλέποντας ότι κάποιοι, οι δικαστές, κατασικελίζουν τυρόν (όπως έλεγαν οι αρχαίοι μας για όσους έτρωγαν το τυρί τους, τα κονομούσανε δηλαδή,κατά τον σικελικό πονηρό τρόπο – δεν λέω τον σικελικό μαφιόζικο τρόπο) πήγαν ν΄αρπάξουν την ευκαιρία και προσέφυγαν στα δικαστήρια ζητώντας την καταβολή και σ’ αυτούς τεράστιων ποσών ως αναδρομικά, με νομική βάση το άρθρο 111 παρ.2 του Συντάγματος ,το Ζ/1975 Ψήφισμα και την από 22/12/1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής, που εξομοιώνει την βουλευτική αποζημίωση με τις αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Ελάτε όμως που οι δίκες γι’ αυτές τις αξιώσεις των βουλευτών έγιναν στο αποκορύφωμα της  κατακραυγής κατά του πολιτικού κόσμου! Αν λοιπόν επιδικάζονταν τα τεράστια ποσά που ζητούσαν οι πρώην βουλευτές, τότε εύλογα θα σχηματιζόταν στο λαό η εντύπωση ότι υπάρχει κατεργάρικο συναλίκι μεταξύ δικαστών και βουλευτών, οπότε θα είχε παροξυνθεί η λαϊκή αγανάκτηση! Τι έκανε λοιπόν η Δικαιοσύνη; ΄Εκανε ό,τι το χειρότερο: Συμπεριφέρθηκε ως δειλή - δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο για έναν άνθρωπο και για ένα θεσμό! Συγκεκριμένα, είχαμε τις εξής δικαστικές εξελίξεις:
            Η μεν απόφαση αριθμ. 2078/2010 του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε Ολομέλεια  είχε δεχθεί αυτό που ήξερε κάθε ενημερωμένος πολίτης:Ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την «έκτακτη παροχή» των 830.000.000 ευρώ προς τους δικαστές και τα μέλη του ΝΣΚ ήταν στην πραγματικότητα, λέει αυτή η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποτέλεσμα  «…μιας συμβιβαστικής λύσης για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δικαστικών λειτουργών…» που απέρρεαν από την καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου και ότι αυτή η παροχή  «…συνιστά στην ουσία (…) αναβάθμιση των αποδοχών και των συντάξεων αυτών….» δηλαδή των δικαστών και του κύριου προσωπικού του ΝΣΚ. Αυτές όμως οι παραδοχές της ΟλΕλΣ (πλουτοφόρες και για τους δικαστές που θα έβγαιναν στη σύνταξη, οπότε πρέπει και να ερευνηθεί αν κανονίστηκαν  συντάξεις στη βάση ότι η «έκτακτη παροχή» αναβάθμιζε τις ίδιες τις συντάξεις και το εφάπαξ των δικαστών και γενικά να μάθουμε αν ο κανονισμός – η χορήγηση - συντάξεων ακολούθησε τη διακύμανση της νομολογίας !) οδηγούσαν κατευθείαν στην εξίσωση της βουλευτικής αποζημίωσης με τις αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου («….η αύξηση αυτή –λέει η απόφαση της ΟλΕλΣ - των αποδοχών των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων επιφέρει αυτοδίκαια (…) αντίστοιχη αύξηση της βουλευτικής αποζημίωσης και κατ΄ επέκταση της βουλευτικής σύνταξης») με αναπόδραστη συνέπεια την επιδίκαση αναδρομικών εκατοντάδων ίσως εκατομμυρίων ευρώ στους συνταξιούχους βουλευτές – ανεξάρτητα από το γεγονός ότι  για κάποια διαδικαστική πλημμέλεια στην επίδικη περίπτωση απορρίφθηκε το αίτημα. Αλλά αυτά τα έλεγε το Ελεγκτικό Συνέδριο το 2010,όταν ακόμη δεν είχε φουσκώσει μέχρις εκρήξεως η λαϊκή οργή. Πως όμως να ειπωθούν τα ίδια και το 2012, που πλέον ο λαός είχε για τα καλά ανοίξει τα μάτια και δεν σήκωνε  τέτοιες αποκοτιές της Δικαιοσύνης; Έρχεται λοιπόν το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και δικάζοντας αγωγή συνταξιούχου βουλευτή, απαντά (απόφαση αριθμ. 13/2012) στο ζήτημα της νομικής φύσης της «έκτακτης παροχής» προς τους δικαστές λέγοντας  ότι αυτή ήταν όντως έκτακτη παροχή προς αυτούς ως αμοιβή υπερεργασίας τους κατά τα έτη 2003 μέχρι 2007,ότι δόθηκαν τα 830.000.000 ευρώ στους δικαστές επειδή – τάχα - από το 2003 μέχρι το 2007 «…υπήρξε πρόσθετος και μεγάλος φόρτος εργασίας για τους δικαστικούς λειτουργούς όλων των δικαστηρίων και κλάδων της δικαιοσύνης, αλλά ιδιαιτέρως  και για το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους λόγω της υποστήριξης των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι εισήχθησαν προς εκδίκαση μεγάλες κατηγορίες υποθέσεων, αφενός εξ αιτίας της εισόδου μεγάλου αριθμού οικονομικών μεταναστών (απελάσεις, άδειες παραμονής, άσυλο, παραβατικές συμπεριφορές κλπ.),αφετέρου λόγω των ολυμπιακών αγώνων και της επίσπευσης και εκτέλεσης πολλών δημοσίων έργων και διοικητικών συμβάσεων…».Δηλαδή μόνο που δεν  μας λέει το Διοικητικό Εφετείο (και ακολούθως τα ίδια ακριβώς είπε φέτο και το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο, ανατρέποντας την μόλις προπέρσινη  νομολογία της ίδιας Ολομέλειάς  του!) ότι οι δικαστές σήκωσαν το βάρος της λαθρομετανάστευσης και ότι αυτοί έκαναν τους ολυμπιακούς αγώνες, και γι’ αυτό η πατρίς ευγνωμονούσα τους έδωσε για την ηρωική, την …  σταχανωβίτικη άρση του «πρόσθετου και μεγάλου φόρτου εργασίας» όχι βέβαια κανένα τενεκεδένιο μετάλλιο, όπως γινόταν  στη χώρα του Σταχάνωφ, αλλά 830.000.000 ευρώ, δηλαδή 140.000 ευρώ κατά μέσο όρο στον καθένα από τους 6.000 περίπου δικαστές και το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, ενεργούς και συνταξιούχους! Και γίνεται αυτό σε καιρό που, ενώ αυτοί τα τσέπωναν χοντρά για την… ολυμπιακή υπερεργασία τους (!) ,άλλοι, τα κορόϊδα οι νέοι μας, οι απαράμιλλοι εκείνοι  εθελοντές των Ολυμπιακών Αγώνων, κλαίνε τώρα τη μοίρα τους χωρίς δουλειά και χωρίς μέλλον! Και αναρωτιέται ο καθένας μας:Δηλαδή μας δουλεύουν κανονικά το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το Ελεγκτικό Συνέδριο, λέγοντας ότι με τους δικαστές κάναμε Ολυμπιακούς Αγώνες και ότι αυτοί σήκωσαν το βάρος των οικονομικών μεταναστών; Η απάντηση είναι η εξής: Όχι, καθόλου δεν μας δουλεύουν! Δυστυχώς  δεν πρόκειται απλώς για δούλεμα αλλά για κάτι πολύ χειρότερο: ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΔΕΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, διότι βρήκε αυτές τις τρισάθλιες  προφάσεις για να αποφύγει τις ευθύνες της, για να μην λουστεί τις συνέπειες μιας άθλιας απόφασής της, εννοώ την καταραμένη αριθμ.13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, για να μην αναγκασθεί να παραδεχθεί ότι η «έκτακτη παροχή»,ανεξάρτητα από την παραπλανητική και νομοτεχνικά απίστευτα δύσμορφη εικόνα της στα οικεία νομοθετικά κείμενα, στην πραγματικότητα κάλυπτε τις αναδρομικές μισθολογικές διαφορές που επιδίκασε το Μισθοδικείο! Αν τη δεχόταν αυτή την αλήθεια το Διοικητικό Εφετείο, όπως τη δέχθηκε αρχικά το Ελεγκτικό Συνέδριο πριν υπαναχωρήσει από φόβο μην ξεσπάσει η λαϊκή αγανάκτηση, θα αναγκαζόταν  και να  εξομοιώσει την βουλευτική αποζημίωση με τις αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου και συνεπώς θα επιδικάζονταν μπορεί και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στους συνταξιούχους βουλευτές, οπότε θα γινόταν  στις πλατείες το έλα να δεις! ΑΣ ΓΙΝΟΤΑΝ!ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΜΑΣ ΓΕΝΑΙΑ,ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ! Βέβαια οικονομικό κόστος τελικά δεν θα υπήρχε, αντίθετα θα υπήρχε τεράστιο όφελος, αρκεί να ήταν αυτή η Δικαιοσύνη ΓΕΝΝΑΙΑ ΚΑΙ ΑΤΕΓΚΤΗ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ, μέχρι δηλαδή να εξαναγκάσει τους αρμόδιους να εκδόσουν καταλογιστικές πράξεις, στη βάση του απλούστατου και νομιμότατου λόγου που προανέφερα, κατά όσων «νομιμότατα» άδειασαν το δημόσιο ταμείο, οπότε και το χρύσωμα των δικαστών θα είχε αποσοβηθεί και θα γέμιζε πάλι το ταμείο με τα λεφτά  εκείνων που το άδειασαν! Πρέπει να πω ότι φυσικά καθόλου δεν στενοχωρήθηκε ο λαός για την απόρριψη των ιταμών αξιώσεων των βουλευτών, αλλά στενοχωριόμαστε όλοι όσοι καταλαβαίνουμε την μεγάλη περιπέτεια, δημοσιονομική και πολιτική, στην οποία μας έμπλεξαν όλοι οι δικαστές (και όταν λέω όλοι εννοώ όλοι, διότι όλοι  καλοδέχθηκαν την «έκτακτη παροχή» και κανενός η συνείδηση δεν ξύπνησε από τη μαζική νάρκη να πεί, Τι είναι αυτό ρε παιδιά, να με μπουκώνουν με  τις δεκάδες χιλιάδες ευρώ  - και ίσως το κάνουν αυτό για να μου βουλώσουν το στόμα, ενόψει τεράστιων πολιτικών  σκανδάλων! – και να μου λένε πράγματα που με γελοιοποιούν, ότι δήθεν αυτά τα χρήματα μου τα δίνουν για «τον πρόσθετο και μεγάλο φόρτο εργασιών» λόγω Ολυμπιακών Αγώνων και οικονομικών μεταναστών και από πάνω  να  μου διπλασιάζουν και τις αποδοχές και όλα αυτά να οφείλονται στην πραγματικότητα στο ότι έτυχε κάποιο άτομο, ο πρόεδρος της Ε.Ε.Τ.Τ. να παίρνει διπλάσιες αποδοχές από τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων) οι δικαστές, λέω, που με τον πιο φαρισαϊκό τρόπο, περιφρονώντας κάθε λαϊκή αξία μας, κάνοντας  ότι πολύ τους κόστισε ο κλονισμός της ισοδυναμίας των κρατικών εξουσιών και το «καίριο πλήγμα» κατά της δικαστικής ανεξαρτησίας τους που αμφότερα προκάλεσε, τάχα, το τυχαίο γεγονός ότι ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ ,ο πρόεδρος της Ε.Ε.Τ.Τ. έπαιρνε, ως κρατικό golden boy, αποδοχές  τεράστιες, χαμηλότερες μόνο από τις αποδοχές του Προέδρου της Δημοκρατίας, το πήραν ,λέω, κατάκαρδα οι δικαστές το που τάχα δεν είχαμε γιαυτό το λόγο ούτε ισορροπία των εξουσιών ούτε δικαστική ανεξαρτησία, δηλαδή δεν είχαμε δημοκρατία, και για να φέρουν τη δημοκρατία  μπούκωσαν οι δικαστές μας το Μισθοδικείο με πολλές χιλιάδες αγωγές αποζημιώσεώς τους κατά του Δημοσίου, το οποίο Μισθοδικείο δέχθηκε τις αξιώσεις, που έβγαιναν δισεκατομμύρια ευρώ. Και σα να μη μας έφτανε που το Μισθοδικείο δίκασε όπως δίκασε, καταδικάζοντας και τη Χώρα σε πολύχρονη δημοσιονομική ειρκτή, έρχονται τώρα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το Ελεγκτικό Συνέδριο και μας λένε ότι η «έκτακτη παροχή» καμιά σχέση δεν έχει με την μισθολογική εξομοίωση, ότι ήταν αμοιβή υπερεργασίας των δικαστών, λόγω οικονομικών μεταναστών και Ολυμπιακών Αγώνων, καμιά σχέση με το Μισθοδικείο και τις αποφάσεις του! Φοβερή υποκρισία! Αν είναι έτσι όπως μας τα λέτε το Δ.Ε.Α και το ΕλΣ, τότε γιατί δόθηκε η «έκτακτη παροχή» και σ’ εκείνους τους συνταξιούχους δικαστικούς  που ούτε με την λαθρομετανάστευση ασχολήθηκαν  ποτέ ούτε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες; Και αν τα 830.000.000 ευρώ δόθηκαν στους δικαστές μετά τέσσερα ολόκληρα χρόνια, το 2008,λόγω  των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004,τότε γιατί τους δόθηκε  και  αύξηση 80/100  των ήδη παχυλών μισθών τους, πάλι το 2008; Και γιατί κανείς δεν διανοήθηκε να συνυπολογίσει αυτά τα 830.000.000 ευρώ στο κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων, αφού δόθηκαν για την ολυμπιακή υπερεργασία των δικαστών; Και γιατί μας λέτε ότι φορτώθηκε με πρόσθετη εργασία το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ενώ μάλλον… ξεφορτώθηκε, αφού οι καλά ενημερωμένοι ξέρουν ότι τότε, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων, προσλήφθηκε από το Κράτος πλειάδα ικανότατων ιδιωτών νομικών, με πρώτο και καλύτερο τον κορυφαίο στο Δίκαιο των Απαλλοτριώσεων δικηγόρο κ. Κώστα Χορομίδη, αλλιώς, αν αφήνονταν τα πράγματα στην «υπαλληλική» δυσκινησία του ΝΣΚ δεν ξέρω αν θα γινόταν οι Αγώνες ακόμα και μέχρι…τώρα; Και γιατί η σχετική ανωτέρω υπουργική απόφαση επέβαλε στους δικαστές τον εξευτελιστικό και παράνομο, χτυπητά εκβιαστικό όρο να υπογράφουν κατά την είσπραξη των 830.000.000 ευρώ υπεύθυνη δήλωση ότι παραιτούνται από κάθε άλλη αξίωση έστω και επιδικασθείσα, και φως φανάρι ότι εννοούνται οι αξιώσεις βάσει της καταραμένης αριθμ.13/2006 απόφασης του Μισθοδικείου; Και γιατί υπάρχουν για το θέμα άλλα δέκα, είκοσι, τριάντα εξίσου αμείλικτα ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν ν’ απαντηθούν από τους δικαστές χωρίς οι απαντήσεις να προκαλούν κύματα γέλιων σε θάλασσα δακρύων;
            Αλλά επειδή ο υποφαινόμενος είναι, κκ Εισαγγελείς, μέχρις αηδίας καχύποπτος, σκέφτομαι και τα εξής: Αν δεχτούμε ότι πράγματι τα 830.000.000 ευρώ ήταν αμοιβή υπερεργασίας των δικαστών, λόγω λαθρομεταναστών και Ολυμπιακών Αγώνων, αυτό θα σημαίνει ότι οι απαιτήσεις τους από την μισθολογική εξομοίωσή τους με τον πρόεδρο της Ε.Ε.Τ.Τ., δηλαδή οι απαιτήσεις πού τους αναγνωρίσθηκαν με την καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, αφού δεν έχουν καμιά σχέση με την «έκτακτη παροχή» και άρα δεν εξοφλήθηκαν με αυτή, παραμένουν ακέραιες, διότι η παραίτησή τους από αυτές, που έγινε  με την υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης κατά την είσπραξη της «έκτακτης παροχής», είναι, κατά την νομολογία του ΣτΕ (890/1956,1525/1966), απολύτως άκυρη! Λοιπόν, τι γίνεται; Μήπως τώρα, μέσα στη δικαιολογημένη πράγματι αγανάκτηση των δικαστών για την όντως εντελώς δυσανάλογη, για να είμαστε δίκαιοι, περικοπή των αποδοχών τους, μήπως, λέω, σκέφτονται να επανέλθουν σ΄ εκείνες τις αξιώσεις τους, «λύνοντας» (μετά το λυμένο από τη νομολογία και τη θεωρία ζήτημα της παραίτησης που υπέγραψαν) και το θέμα της τυχόν παραγραφής; Και επειδή τρισμυριόπαλαι και διαπαντός  ισχύει το μαρξιστικό ρητό ότι τα ανθρώπινα συμφέροντα τσαλακώνουν ακόμη και τα γεωμετρικά αξιώματα, αποκλείεται άραγε  να τσαλακωθεί από τους δικαστές, από κάποιους έστω δικαστές και κάθε λόγος τιμής που δόθηκε κατά την υπογραφή της παραπάνω υπεύθυνης δήλωσης, ότι παίρνουν τα 830.000.000 ευρώ και παραιτούνται από κάθε άλλη αξίωση έστω και επιδικασθείσα; Το γεγονός ότι για  τα συμφέροντά τους (τα δυσανάλογα πράγματι πληττόμενα από τις περικοπές) πραγματοποιούν οι δικαστές απεργίες ποδοπατώντας την αυστηρά και μονοκόμματα απαγορευτική γι’  αυτούς διάταξη του Συντάγματος άρθρο 23 παρ 2 , μινάροντας έτσι το Κράτος και την κοινωνία μας, πρέπει να μας κάνει πολύ επιφυλακτικούς για το αν υπάρχει ή όχι περίπτωση να «θυμηθούν» την καταραμένη αριθμ. 13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου και να ζητήσουν τα λεφτά που αυτή τους αναγνωρίζει!
            Κύριοι Εισαγγελείς, παραδέχομαι ότι η απότομη και σε τόσο υψηλό ποσοστό, σχεδόν 50% μείωση των αποδοχών των δικαστών είναι πραγματικά πράξη κρατικής βιαιότητας. Αλλά επειδή η παρούσα αναφορά προς Εσάς είναι ανοιχτή στους πολίτες, χρήσιμο είναι να ξέρουμε όλοι ποιες ήταν οι αποδοχές των δικαστών που περικόπηκαν ,τι μισθούς πληρώναμε δηλαδή στους δικαστές πριν την κρίση, πέρα από τα 830.000.000 ευρώ των αναδρομικών: Παίρνω τα στοιχεία από την έγκυρη εφημερίδα Το Βήμα της 9.9.2012:Συγκρίνονται οι ετήσιες αποδοχές το 2009 των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια, με ίδια τυπικά προσόντα (τριτοβάθμια εκπαίδευση) και με 17 χρόνια υπηρεσία: Ο στρατιωτικός (ταγματάρχης) έπαιρνε 28.796 ευρώ, ο αστυνομικός (αστυνόμος Α) 31.720 ευρώ, ο πανεπιστημιακός (αναπληρωτής καθηγητής ΑΕΙ) 43.420 ευρώ, ο γιατρός (επιμελητής Α χωρίς εφημερίες) 41.675 ευρώ, ο διπλωματικός (σύμβουλος πρεσβείας Β) 41.036 ευρώ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ (ΕΦΕΤΗΣ) 82.547 ΕΥΡΩ, δηλαδή σχεδόν τριπλάσια από τον στρατιωτικό, που η πατρίδα τον τάραξε αυτόν και την οικογένειά του στις μεταθέσεις σχεδόν κάθε δύο χρόνια (αλλά και κατά το λεγόμενο παλιά στη δικαστική πιάτσα «παπανδρεϊκό μισθολόγιο» του λεγόμενου Γέρου της Δημοκρατίας, που διπλασίασε τις δικαστικές αποδοχές με το ΒΔ 789/1963 ,ο αρεοπαγίτης έπαιρνε 24.926 δρχ. όταν ο ισότιμος αντιστράτηγος έπαιρνε ο καημένος μόλις 13.558 δρχ!) και διπλάσια από τον γιατρό, με τις πολυετείς δύσκολες σπουδές και με την υγεία μας και τη ζωή μας στα χέρια του! Συμπέρασμα: Απολύτως κατανοητή η διαμαρτυρία των δικαστών για τη μείωση των αποδοχών τους αλλά πριν φτάσουν σε μορφές «αγώνων» ακραίας αντισυνταγματικότητας (απεργίες απαγορευμένες στους δικαστές), πριν αποφασίσουν να κλονίσουν το Κράτος μας έπρεπε να σκεφτούν και με ποιόν απαράδεκτο τρόπο βρέθηκαν να παίρνουν αποδοχές διπλάσιες από τους αμέσως κάτω απ’ αυτούς  στη  πυραμίδα των ειδικών μισθολογίων!
            Κύριοι Εισαγγελείς, όλη αυτή η ιστορία των εξομοιώσεων των δικαστικών αποδοχών και ιδίως  τα τελευταία επεισόδιά της, της εξομοίωσης από το Μισθοδικείο με τις αποδοχές του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. και τις νομολογιακές παλινωδίες που συνέβησαν αναφορικά με τον νομικό χαρακτήρα της «έκτακτης παροχής» των 830.000.000  ευρώ, αρχίζει δυστυχώς να με κάνει να πιστεύω ότι πρώτον ο έλληνας δικαστής δεν απονέμει δικαιοσύνη, για τον απλούστατο λόγο ότι στη χώρα αυτή  δεν υπάρχει δικαιοσύνη για να  απονεμηθεί, και δεύτερον ότι η νομική δεν είναι επιστήμη, αρχίζω να το πιστεύω κι εγώ που είμαι νομικός .Είναι μεν εξαιρετικά σημαντική κοινωνική λειτουργία και απόκειται στην ευσυνειδησία του κάθε λειτουργού της να την ασκήσει σωστά, αλλά επιστήμη πάντως μάλλον δεν είναι. Τι επιστήμη είναι αυτή, αν σκεφτούμε ότι στις 5.12. 2006 μέσα σε μισή ώρα εκδόθηκαν από κατά τεκμήριο αριστείς νομικούς δύο αντίθετες αποφάσεις ενός ανωτάτου δικαστηρίου, του Μισθοδικείου, οι αριθμ. 17 και 23, που η μια λέει ότι δεν δικαιούνται τα δισεκατομμύρια οι δικαστές και η άλλη ότι τα δικαιούνται! Σκέφτομαι λοιπόν μήπως ορθά απαξίωνε τη νομική ο ίδιος ο Γερμανός νομικός Iulius von Kirchmann ,λέγοντας από το 1848 ακόμα ότι, σιγά την «επιστήμη», όπου δύο τρείς λέξεις να διορθώσει ο νομοθέτης, καταρρέουν ολόκληρες νομικές βιβλιοθήκες...Και όταν πρόκειται για το δικαστικό μισθολόγιο, αν αυτές τις δύο τρείς λέξεις δεν τις διορθώσει ο νομοθέτης, τις «διορθώνει» ο δικαστής, το Μισθοδικείο…, οπότε ανάμεσα στις βιβλιοθήκες  που καταρρέουν ρέει πακτωλός χρημάτων…
            Κύριοι Εισαγγελείς, όπως προανέφερα το συνυποβαλλόμενο άρθρο μου είχε ευρύτατη δημοσιότητα στα ΜΚΔ. Επειδή λοιπόν και η παρούσα αναφορά είναι ανοιχτή προς τους πολίτες, πρέπει να πω τα εξής: Ας μην ανησυχούν για την ακρίβεια των στοιχείων που επικαλούμαι σ’ εκείνο το άρθρο και σ’ αυτήν την αναφορά. Και το λέω αυτό διότι κάποιος σχολιαστής στο ίντερνετ θέλοντας να κλονίσει την αξιοπιστία των στοιχείων του άρθρου μου έγραψε  ότι η αριθμ. 4/1992 απόφαση του ΣτΕ, στην όποία απέδιδα την όντως απίστευτη κρίση ότι ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα δεν επιτρέπεται να παίρνει κάποιος αποδοχές μεγαλύτερες από τους δικαστές, η απόφαση με αυτόν τον αριθμό, είπε ο σχολιαστής, είναι εντελώς άσχετη, αναφέρεται σε εντελώς άσχετο θέμα. Και για του λόγου του το αληθές ο προφανώς καθόλου ράθυμος σχολιαστής, πιθανότατα δικαστής, πέρασε στο σχόλιό του ολόκληρη την άσχετη πράγματι αριθμ. 4/1992 απόφαση του ΣτΕ. Χαρά στο κουράγιο του! Και κρίμα όμως που δεν σκέφτηκε (;) ότι μπορεί και να έγινε κάποιο λάθος, οπότε αν μου τηλεφωνούσε ( το τηλέφωνό μου ήταν γραμμένο στο άρθρο μου και είναι, αναφορικά με το παρόν θέμα, και τώρα στη διάθεση του καθενός)  θα διαπιστώναμε μαζί ότι πράγματι έγινε, κατά  τη δακτυλογράφηση του άρθρου μου, το εξής  λάθος:Αντί να γραφούν όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία της απόφασης  γράφτηκε μόνο το 4/1992, που εκλαμβανόταν ως αριθμός και έτος έκδοσης της απόφασης. Μην τα πολυλογώ, ο πραγματικός αριθμός της απόφασης αυτής του ΣτΕ είναι 16889/1991 δημοσιευμένη στο τεύχος 4/1992  ΔιΔικ σελ 740. Και αντιγράφω, προς αποστόμωση του σχολιαστή, από το σκεπτικό της απόφασης: «Ειδικό μισθολόγιο των δικαστών σημαίνει πράγματι αυξημένο μισθολόγιο έναντι όχι απλώς των διοικητικών υπαλλήλων ,αλλά έναντι όλων των άλλων αξιωματούχων του δημόσιου τομέα, ανεξάρτητα από τη νομική σχέση τους προς το Δημόσιο ή τη νομική μορφή της υπηρεσίας τους ως διοικητικής, ν.π.δ.δ. και ν.π.ι.δ., α.ε., δημόσιας επιχείρησης κλπ, καθώς επίσης και του ιδιωτικού τομέα, ενόψει του γενικού επιπέδου της οικονομικής ανάπτυξης της Χώρας και των απολαβών που χορηγούνται με βάση τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες.»: Το υπόλοιπο σκεπτικό της αριθμ. 16889/1991 απόφασης του ΣτΕ δεν το παραθέτω διότι υπό τα σημερινά δεδομένα προκαλεί ανατριχίλα! Δηλαδή κατά τη λογική του ΣτΕ αν τρελαθεί το αφεντικό, κάποιος ιδιώτης επιχειρηματίας, και δώσει σε κάποια στελέχη του τρελές αποδοχές, είναι υποχρεωμένο το κράτος είτε να ακυρώσει αυτές τις αποδοχές ή, αν θέσει τη σφραγίδα του και τις περιβάλλει  κατά οποιοδήποτε τρόπο με νόμιμο κύρος, να δώσει και αυτό στους δικαστές του τις ίδιες αποδοχές! Και αυτό γιατί; Διότι όπως μας λέει το ΣτΕ σ’ αυτήν την απόφασή του, υπάρχει  οικονομική ανάπτυξη της Χώρας, χορηγούνται απολαβές, «λεφτά υπάρχουν», και τα δικαιούνται πρώτοι και καλύτεροι οι δικαστές! Αλλά και εκείνος, ο κ Γιώργος Παπανδρέου, που χωρίς περίσκεψη (όπως το ΣτΕ !) μας είπε ότι «λεφτά υπάρχουν», είδε τη ζοφερή πραγματικότητα - κι εμείς είδαμε τα πολιτικά στερνά του…
            Κύριοι Εισαγγελείς, σε άρθρο μου που δημοσίευσε το περιοδικό ΕΝΩΠΙΟΝ, όργανο όπως είπα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, έγραψα, ως μάντης κακών, κάτι το αδιανόητο τότε, έγραψα δηλαδή τον Ιανουάριο του 2010 ότι οι αποδοχές των εργαζομένων κινδυνεύουν να μειωθούν κατά 80%, και δυστυχώς προς τα εκεί πηγαίνουμε…Λέω λοιπόν και τώρα, εν είδει τέτοιας προφητείας, ότι για το άγος του χειρισμού του δικαστικού μισθολογίου πριν την κρίση, όπου και ο τρόπος χειρισμού ήταν ίσως χειρότερος και από την ουσία του, θα έρθει ο καιρός που ο αδέκαστος και επιμελής ιστορικός ψάχνοντας μία προς μία τις πραγματικές αιτίες της δημοσιονομικής κρίσης και βλέποντας την καταραμένη αριθμ.13/2006 απόφαση του Μισθοδικείου, θα είναι αμείλικτος με τη Δικαιοσύνη και τους δικαστές, που μπορεί να στιγματισθούν με τον σπίλο της πλήρους αναλγησίας για τα δημόσια οικονομικά όταν πρόκειται για το συμφέρον τους! Φρονώ λοιπόν ότι αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα για την Δικαιοσύνη να προλάβει την βαρύτατη καταδίκη της από την Ιστορία, εξαναγκάζοντας τουλάχιστον τους αρμόδιους να εκδώσουν τις ως ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις κατά όσων  ευνοήθηκαν με σκανδαλώδεις αποδοχές  στον δημόσιο τομέα, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να εισπράξει το Κράτος μας πολλά εκατομμύρια ευρώ αλλά και να σπάσει επιτέλους στα χείλη του λαού το πρώτο χαμόγελο ευφροσύνης, διότι θα δει ότι έτσι αρχίζει να γίνεται στην χώρα μας πραγματικός ο νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης.      
Ο ΑΝΑΦΕΡΩΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ Π.ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ
ΚΙΝ.6932916443

3 σχόλια:

  1. Το πρωτο προβλημα για την χωρα, ειναι οι δικηγοροι. Ανακατευτηκαν με τα κοινα και μας διελυσαν. Παρλαπιπες, μας γεμισαν πρλαπιπες. Ανθρωποι κατα κανονα ανικανοι, και εξοικιωμενοι με την παρανομια, που στην καθημερινη τους ζωη μεταφραζεται σε αρπαχτες, στρεβλωση των πραγματων και περιπλοκοποιηση της καθημερινοτητας μας. Η χωρα αυτη αποδειχτηκε θερμοκηπιο αυτης της συντεχνιας της συμφορας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το πρώτο πρόβλημα της χώρας είναι ότι οι νομικοί δεν κάνουν τη δουλειά τους ούτε οι δικαστές όπως και κανείς άλλος απο τους έχοντες την εξουσία.
    Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που κάνει επιτέλους τη δουλειά του όπως πρέπει.Ποοφυλάσσοντας ή τουλάχιστον προσπαθώντας να προφυλάξει το δημόσιο και ηθικό συμφέρον τόσο της χώρας όσο και των νομέων της εξουσίας του δικαίου.
    Η χώρα ευγνωμονεί τέτοιους ανθρώπους για τις πρωτοβουλίες τους και βέβαια καλούνται οι υπόλοιποι πολίτες να κατανοήσουν και να συμμεριστούν τη προσπάθεια τους αυτή εκτός από τους ανόητους και τους ενόχους!!!.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

  3. Γ. Καισαριος: Εισαγωγή στο γιατί δεν έχουμε δημοκρατία, 26.12.2008
    http://sindagmatiki-anatheorisi.blogspot.gr

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.