31/12/16

Παρούσα η Κυπριακή Δημοκρατία στη Γενεύη;

Στην περίπτωση που η Τουρκία επιμένουν να αρνούνται την επίσημη παρουσία της ΚΔ, είναι ως σαν να μας ζητούν να αποαναγνωριστούμε μόνοι μας!
Από τον Σωτήρη Δράκο*
Με βάση το άρθρο 195 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι μέρος της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως του 1960, εξουσιοδοτούνταν να υπογράψουν εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας ο πρώτος Ελληνοκύπριος Πρόεδρος και ο πρώτος Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος που είχαν εκλεγεί την 13/12/1959. Αυτό έγινε την 16η Αυγούστου 1960 με την ανεξαρτησία. Με βάση το άρθρο 54  του Συντάγματος, το Υπουργικό Συμβούλιο έχει την εξουσία για «τας εξωτερικάς υποθέσεις, περί ως γίνεται μνεία εν άρθρω 50 θεμάτων αυτών», δηλαδή, «την συνομολόγησιν διεθνών συνθηκών, συμβάσεων και συμφωνιών».
Εφόσον, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίσει για την υπογραφή οιασδήποτε διεθνούς σύμβασης από την Κυπριακή Δημοκρατία, την πράξη αυτή υπογράφει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως Αρχηγός του Κράτους (βλ. άρθρο του Συντάγματος 37(γ)(ββ) «την πράξιν την αφορώσαν εις κατάθεσιν των οργάνων επικυρώσεως οιωνδήποτε διεθνών συνθηκών, συμβάσεων ή συμφωνιών κυρωθεισών ή εγκριθεισών ως ορίζεται εν τω Συντάγματι».

Ως εδώ τα πράγματα φαίνονται να είναι απλά και ακολουθούν την συνήθη ορθολογιστική σειρά των πραγμάτων, όπως, συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Όμως, στη περίπτωση του Κυπριακού Συντάγματος τα ζητήματα αυτά γίνονται πιο περίπλοκα. Καμιά διεθνής σύμβαση δεν μπορούσε να επικυρωθεί αν δεν συμφωνούσε και ο Αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η θέση του οποίου, σίγουρα, είναι κενή λόγω της αποχώρησης των Τ/Κ από την κυβέρνηση της Κύπρου την 21/12/1963.

Ανεξάρτητα, όμως, εάν η θέση του Αντιπροέδρου παραμένει κενή, σίγουρα οι διακοινοτικές συνομιλίες γίνονται με τον ηγέτη της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας, και άρα, για χάριν της ειρήνης και της ανάγκης επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος, είναι επιθυμητό και νομιμοποιείται ο Τουρκοκύπριος ηγέτης να συμφωνήσει με τις διεθνείς συμβάσεις που έχουν σχέση με την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Όμως, οι διεθνείς συμφωνίες υπογράφονται μόνο από το Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε καμιά περίπτωση μαζί με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Αυτός, φαίνεται, να είναι ο επιδιωκόμενος στόχος της Τουρκίας, η οποιαδήποτε λύση εξευρεθεί, τις διεθνείς συμβάσεις να τις υπογράψουν ταυτόχρονα οι δύο αρχηγοί των Δύο Κοινοτήτων, παραγνωρίζοντας πλήρως την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, εάν η διεθνής διάσκεψη της 12ης  Ιανουαρίου, 2017 δεν καταλήξει σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα, η Τουρκία θα εκμεταλλευτεί τη σύνθεση της διεθνής διάσκεψης της Γενεύης, ισχυροποιώντας τα επιχειρήματα της ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι «εκλιπούσα», δυνατότητα που θα της δώσουμε αποκλειστικά εμείς. Μπορεί, στο τέλος της ημέρας να μη υπάρξει άμεση ζημιά, αλλά θα είναι ένα σοβαρό πλήγμα στην διεθνή αρένα για την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στην περίπτωση, που ο Τ/Κ ηγέτης και/ή Τουρκία επιμένουν να αρνούνται την επίσημη παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και την τήρηση, στην πραγματικότητα, της νομιμότητας που αναγνωρίζει ολόκληρη η διεθνής κοινότητα εκτός της Τουρκίας, είναι ως σαν να μας ζητούν να αποαναγνωριστούμε από μόνοι μας, κάτι που δεν δικαιούται και δεν μπορεί να το πράξει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αφού θα είναι παράνομη πράξη.

Η τήρηση της νομιμότητας είναι πολύ σημαντικό θέμα και καμιά ενέργεια δεν πρέπει να υποτιμάται προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται να πειραματίζεται κανείς γι’  αυτό το θέμα. Πρέπει, να πείσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για την αναγκαιότητα τήρησης του Συντάγματος και της νομιμότητας.

Ήδη, στο παρελθόν η Τουρκία απέδειξε στην διεθνή κοινότητα όταν δεν μπορούσε να γίνει νόμιμα ο γεωγραφικός διαχωρισμός της Κύπρου [έκθεση Γκάλο Πλάζα (Galo Plaza) που υπέβαλε στις 26 Μαρτίου 1965 στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, με βάση την οποία απέρριψε την τουρκοκυπριακή λύση της γεωγραφικής διαίρεσης του νησιού και τη δημιουργία διζωνικής ομοσπονδίας, διότι συνδεόταν με αθρόες μετακινήσεις πληθυσμών και θα είχε ως συνέπεια παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων πληθυσμών], μπορούσε να γίνει με την βία (παράνομη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας τις 20 Ιουλίου 1974). Στη βάση αυτή, του βίαιου διαχωρισμού της Κύπρου, είναι που διεξάγονται οι συνομιλίες μέχρι σήμερα με μεσολαβητή τον ΟΗΕ. Ο ισχυρός, δηλαδή, επέβαλε τόσο την διαδικασία όσον και τη φύση της λύσης και εμείς και η διεθνής κοινότητα απλά τα αποδεχθήκαμε, έστω και αν όλα αυτά βασίζονται σε μια πασιφανή παρανομία.

Ακόμα, η Τουρκία δεν ικανοποιείται με αυτό. Επιζητεί την συντριβή της Κυπριακής Δημοκρατίας για να αποδείξει στην διεθνή κοινότητα ότι το ‘διεθνές δίκαιο’ είναι αυτό που επιθυμεί ο ισχυρός και όχι αυτό που καταγράφεται στις διάφορες διεθνείς συμβάσεις και στο Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Διαλαλεί συνεχώς, ότι ο στόχος της είναι να αποαναγνωριστεί η Κυπριακή Δημοκρατία, γιατί είναι «εκλιπούσα». Για παράδειγμα, η επιστολή του Βολκάν Μποζκίρ, Υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Τουρκίας, στάλθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2015 προς την εισηγήτρια της Ευρωβουλής Κάτι Πίρι (Kati Piri) για την Τουρκία, με βάση την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία «έχει πάψει να υφίσταται από το 1963» (has ceased to exist) και τα ζητήματα της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων αλλά και του «διαμοιρασμού των εσόδων» πρέπει να αποφασιστούν από τους «δύο λαούς», οι οποίοι καλούνται να εγκαθιδρύσουν έναν «νέο συνεταιρισμό» στο νησί, στη βάση της δήλωσης της 11ης Φεβρουαρίου 2014. Η επιστολή Μποζκίρ είναι η δεύτερη στη σειρά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατά της υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η προηγούμενη ήταν η Γραπτή Δήλωση της Τουρκίας προς στο Συμβούλιο Σύνδεσης και τον ισχυρισμό της περί «εκλιπούσας» Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο στόχος, δηλαδή, της Τουρκίας έχει αποκρυσταλλωθεί και ξεκαθαριστεί.

Το 1960, ο πρώτος Πρόεδρος και ο πρώτος Αντιπρόεδρος εξουσιοδοτούνταν να υπογράψουν τις διεθνείς συμβάσεις, διότι δεν υπήρχε προηγουμένως κράτος. Η Κύπρος ήταν αποικία. Άμα, όμως, τη δημιουργία του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας την 16η Αυγούστου 1960, τις διεθνείς συμβάσεις τις υπογράφει μόνο ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό είναι το Σύνταγμα μας. Ο Αντιπρόεδρος, αν ήταν ακόμη στην θέση του, θα είχε μόνο δικαίωμα οριστικής αρνησικυρίας (βέτο),  όταν ο τυχόν νόμος επικύρωσης της διεθνής συμφωνίας θα παρουσιαζόταν ενώπιον του για υπογραφή. Έτσι, διασφαλίζεται η νομιμότητα, το Σύνταγμα και η κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τα συγκεκριμένα αυτά θέματα, λοιπόν, δεν είναι πολιτικά μόνο, αλλά είναι ταυτόχρονα νομικά με νομικές επιπτώσεις. Δεν μπορεί κανείς να καταστρατηγεί το Σύνταγμα και τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι διαφορετικό, όταν μια απόφαση που λαμβάνεται είναι αποκλειστικά πολιτική, κάτι που δεν συμβαίνει στη παρούσα περίπτωση, αφού, όπως έχω καταδείξει πιο πάνω, υπάρχουν κατάφορες παραβιάσεις του Συντάγματος, που πιθανότατα θα μπορούσε ακόμη και το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου να παρέμβει.

Επιπλέον, για να επιτραπεί στις Δύο Κοινότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας να παραστούν στην διεθνή διάσκεψη της Γενεύης στις 12/1/2017, την εξουσία για να παράσχει την άδεια την έχει το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (εξουσία που εκπηγάζει από το κατάλοιπο εξουσίας του άρθρου 54 του Συντάγματος). Συνεπώς, για χάριν της νομιμότητας θα πρέπει το θέμα αυτό να συζητηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο για να αποφασιστεί δεόντως η παρουσία των Δύο Κοινοτήτων την 12/1/2017 στην διεθνή διάσκεψη της Γενεύης. Νοείται, φυσικά, ότι δεν νοείται παρουσία των Δύο Κοινοτήτων, χωρίς να είναι παρούσα η Κυπριακή Δημοκρατία.

Το ότι συνομιλούν οι Δύο Κοινότητες της Κύπρου, αυτό δεν παραβιάζει κανένα νόμο της Δημοκρατίας. Το να λάβουν μέρος, όμως, οι Δύο Κοινότητες σε διεθνή διάσκεψη, χωρίς την σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι θέμα αυστηρά νομικό, αφού δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα η συμμετοχή των Δύο Κοινοτήτων σε διεθνείς διασκέψεις, και ως εκ τούτου θα κριθεί ως παράνομη πράξη λόγω αντισυνταγματικότητας. Το θέμα αυτό μεγεθύνεται ακόμη περισσότερο, όταν στην διεθνή διάσκεψη δεν θα αναφέρεται ρητώς και ξεκάθαρα η παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δηλαδή, μήπως, στα μάτια του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στα μάτια εμάς των πολιτών της, η Κυπριακή Δημοκρατία έπαυσε να υπάρχει από το 1963 ή είναι εκλιπούσα, όπως ισχυρίζονται οι Τούρκοι; Και πως θα εισπράξουν οι ξένοι αυτή την αδιανόητη συμπεριφορά μας να συγκατανέψουμε στη οφθαλμοφανή παραβίαση του Συντάγματος και των Νόμων μας; Έχουμε ή όχι κράτος; Όλοι θέλουμε λύση, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα συγκατανέψουμε στην παραβίαση των νόμων μας.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μια διεθνώς αναγνωρισμένη Πολιτεία, και σε καμιά περίπτωση δεν είναι εκλιπούσα. Άρα, συνάγεται ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να προβληματισθεί σοβαρά για τα θέματα αυτά και να πάρει τις νόμιμες και ορθές αποφάσεις υπό τις περιστάσεις, χωρίς να θέτει την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε κίνδυνο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει πολλές επιλογές, φτάνει να ακολουθήσει την ορθότερη που να μη παραβιάζει το Σύνταγμα, διασφαλίζοντας έτσι τη παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Γενεύη, όχι με λόγια, αλλά με συγκεκριμένες πράξεις, γραπτές αναφορές και δηλώσεις. Δεν ικανοποιεί η δήλωση της Κυβέρνησης ότι η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960 θα συνεχίσει να ισχύει, γιατί είναι άσχετη με το συγκεκριμένο θέμα που συζητούμε.

Δεν μπορούμε να υποκύψουμε, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνωρίζεται από ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα, να μη είναι διασφαλισμένα παρούσα στην Γενεύη, μόνο και μόνο γιατί το αξιώνει η Τουρκία που είναι η μόνη που δεν αναγνωρίζει από το 1963 την Κυπριακή Δημοκρατία και θέλει να την εξισώσει με το ψευδοκράτος που δεν αναγνωρίζεται από καμιά άλλη χωρά εκτός από την Τουρκία.
*Λέκτορας Συνταγματικού Δικαίου, Δικηγόρος, Μέλος ΠΓ ΔΗ.ΣΥ
Πολίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.

- Παρακαλούμε στα σχόλια σας να χρησιμοποιείτε ένα όνομα ή ψευδώνυμο.
- Παρακαλούμε να μη χρησιμοποιείτε κεφαλαία γράμματα στη σύνταξη των σχολίων σας.