19/3/17

Φλόγες εθνικισμού στην καρδιά των Βαλκανίων και η ελληνική αποστολή στο Κόσοβο

Το πρωί της18 Μαΐου 2004, όταν τα καμένα τζιπ μεταφέρονται στο ελληνικό στρατόπεδο
Την περίοδο αυτή, που ο αλβανικός εθνικισμός και αλυτρωτισμός επανέρχονται στην επικαιρότητα, σε συντονισμό με τις νευρωτικές εθνικιστικές κορώνες του Ερντογάν, ως μόνιμη απειλή πλέον σε βάρος των Σκοπίων, της Σερβίας και της Ελλάδας, κρίθηκε σκόπιμο και ως ιστορική ανάγκη να αναφερθούμε στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Κοσσυφοπέδιο, στις 17 και 18 Μαρ του 2004, μεταξύ των αλβανόφωνων Κοσοβάρων (Α-Κοσοβάρων) και της πολυεθνικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα.
Στις 24 Μαρτίου 1999, το ΝΑΤΟ ξεκίνησε τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Σερβίας, ενώ χιλιάδες Α-Κοσοβάρων προσφύγων εγκατέλειπαν το Κόσοβο.
Μετά από 45 ημέρες σφοδρών βομβαρδισμών, παρά τις εκκλήσεις της σερβικής αντιπολίτευσης για εξεύρεση λύσης με το ΝΑΤΟ, οι σερβικές στρατιωτικές δυνάμεις εγκατέλειψαν το Κόσοβο και περισσότεροι από 45.000 στρατιώτες (KFOR, Kosovo Forces) από 45 χώρες του κόσμου, σε εφαρμογή της 1244 απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αναπτύχθηκαν στο Κόσοβο, με σκοπό την «επιβολή» της ειρήνης και την επιστροφή των Α-Κοσοβάρων προσφύγων.

Ο χάρτης του Κοσόβου
Το Κόσοβο τέθηκε υπό την διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία ανέλαβαν την δέσμευση να διευκολύνουν τις πολιτικές διαδικασίες, αναφορικά με τον καθορισμό του καθεστώτος του Κοσσυφοπεδίου. Παράλληλα με τις στρατιωτικές δυνάμεις, αναπτύχθηκε και η UNMIK (United Nations Mission in Kosovo), καθώς επίσης και περισσότερες από 50 κυβερνητικές  και μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Στην KFOR συμμετείχε και ελληνική δύναμη 1.500 στρατιωτών επιπέδου Ταξιαρχίας, καθώς επίσης και αστυνομική δύναμη.
Προϊόντος του χρόνου όμως και ενώ η στασιμότητα στις  πολιτικές εξελίξεις δεν ικανοποιούσε προφανώς τον κύριο στόχο των Α-Κοσοβάρων, που ήταν η οριστική απόσχιση από τη Σερβία και η διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους, ο εθνικιστικός εκνευρισμός εντείνονταν και αναζητούσε αφορμή για εξέγερση και διαμαρτυρία, έχοντας την παρασκηνιακή σιωπηρή υποστήριξη της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών.

Βομβαρδισμοί
Η αφορμή δόθηκε το βράδυ της 16ης προς την 17η Μαρτίου 2004, όταν στα αλβανικά μέσα ενημέρωσης, εμφανίστηκε η πληροφορία ότι τρεις νεαροί Αλβανοί πνίγηκαν στον ποταμό Ίμπαρ, κοντά στη σερβική κοινότητα Ζούμπιν Πότοκ.
Οι πνιγμοί, σύμφωνα με την ίδια πληροφορία, συνέβησαν επειδή τα τρία αγόρια έτρεχαν να γλιτώσουν από Σέρβους που τα καταδίωκαν.
Την επόμενη ημέρα όμως και μολονότι ο εκπρόσωπος της δύναμης του ΟΗΕ, αρνήθηκε πως ο πνιγμός των Αλβανών οφείλονταν σε Σέρβους, ένα σαρωτικό κύμα τυφλής καταστροφικής βίας, εξαπλώθηκε σε όλο το Κοσσυφοπέδιο.
Στην πόλη Ουρόσεβατς  (Φεριζάϊ στα αλβανικά) ένα τμήμα της ελληνικής δύναμης είχε την ευθύνη φύλαξης του καθεδρικού ναού του Αγ. Ούρου. Το απόγευμα της 17ης Μαρτίου, πλήθος 4-5 χιλιάδων μαινόμενων Α- Κοσοβάρων, συγκεντρώθηκε έξω από την  προαναφερόμενη εκκλησία με εχθρικές διαθέσεις. Εντός της εκκλησίας συγκεντρώθηκε η ελληνική δύναμη φρουράς και στο περίγυρο της, παρέμειναν σταθμευμένα δύο στρατιωτικά τζιπ και δύο τεθωρακισμένα οχήματα VBL.
Κατά της εκκλησίας βλήθηκαν πυρά ελαφρού οπλισμού από ελεύθερους σκοπευτές.
Τα  τζιπ παραδόθηκαν στην πυρά των διαδηλωτών, ενώ τα VBL εντός των οποίων παρέμεινε το προσωπικό λόγω της ισχυρής θωράκισης τους, υπέστησαν μόνο εξωτερικές ζημιές. Το ίδιο βράδυ, ένας μηχανοκίνητος λόχος της ελληνικής δύναμης, μετέβη στην εκκλησία του Αγ. Ούρου, από το στρατόπεδο «Ρήγας Φεραίος», προκειμένου να περισυλλέξει την εγκλωβισμένη ελληνική δύναμη.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, μετά την απομάκρυνση της ελληνικής φρουράς από τον Αγ. Ούρο και για χρονικό διάστημα περίπου μισής ώρας, μέχρι την άφιξη δύναμης καταστολής πλήθους και αμερικανικών E/Π, ούτε ένας από τους μαινόμενους διαδηλωτές εισήλθε στην εκκλησία.

Η Ιερά Μονή Ταξιαρχών μετά την καταστροφή του Μαρτίου 2004
Την επομένη 18 Μαρτίου 2004, διαδηλωτές επιτέθηκαν σε τέσσερα σημεία φύλαξης (εκκλησίες-νεκροταφεία) της ελληνικής δύναμης και αφού εξανάγκασαν το προσωπικό να τα εγκαταλείψει, επιδόθηκαν σε καταστροφές και βεβηλώσεις.
Ανάλογες καταστροφές γίνανε σε όλο σχεδόν το Κόσοβο εκτός του βορειοανατολικού σερβικού τομέα και των σερβικών θυλάκων.
Κατά την διάρκεια των επεισοδίων, 31 στρατιώτες της KFOR τραυματίστηκαν, Σέρβοι πολίτες σκοτώθηκαν, χιλιάδες εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους, 935 σπίτια Σέρβων καταστράφηκαν, σε δέκα δημόσια ιδρύματα (σχολεία, ταχυδρομεία, μονάδες υγείας, κλπ…) προξενήθηκαν σοβαρές ζημιές, 35 εκκλησίες και μοναστήρια βεβηλώθηκαν, έξι κωμοπόλεις και εννιά χωριά υπέστησαν εθνοκάθαρση. 

Αντιμετώπιση εξεγερμένων διαδηλωτών από δυνάμεις της αστυνομίας
Κατά την διάρκεια των επεισοδίων, ούτε η ελληνική αλλά ούτε καμιά άλλη δύναμη της KFOR έβαλε εναντίον των εξεγερμένων διαδηλωτών, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ανάλογο νομικό πλαίσιο. Στο σημείο αυτό αναφύεται το ερώτημα πώς αυτή η τεράστια, για τα δεδομένα του Κοσόβου δύναμη (KFOR, UN, UNMIK, Governmental Organizations, NGOs, κ.λπ…) πιάστηκε κυριολεκτικά στον ύπνο και δεν προέβλεψε την εξέγερση των Α-Κοσοβάρων. Επιπλέον, απαιτούνταν να δαπανηθεί ένα τεράστιο οικονομικό κεφάλαιο από όλον τον κόσμο, για την δημιουργία της αυτονομίας του Κοσόβου και μόνο;
Οι εμπειρίες του ελληνικού στρατού από τα επεισόδια αυτά ήταν σημαντικές, δυστυχώς όμως δεν κεφαλαιοποιήθηκαν προς ανάλογη μελλοντική εκμετάλλευση.
Σημαντική ήταν επίσης και η στρατιωτική διπλωματία που ασκήθηκε τόσο προς την τοπική κοινωνία, όσο και προς την υπόλοιπη πολυεθνική δύναμη.

Οχήματα και άλλα στρατιωτικά μέσα της UNMIK στην πυρά
Το φιλότιμο του Έλληνα στρατιώτη μεγαλούργησε αλλά δεν κατάφερε να υπερισχύσει της εσωστρέφειας, του συντηρητισμού και των παθογενειών Στρατού και Πολιτείας, πού ενήργησαν στο Κοσσυφοπέδιο δαπανώντας τεράστια κονδύλια, χωρίς εθνική στρατηγική για τον διεμβολισμό του βαλκανικού εθνικισμού.
Ένα άλλο σημείο το οποίο πρέπει να αναφέρουμε είναι η αδυναμία του ελληνικού κράτους και του ελληνικού στρατού να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στην KFOR.
Έτσι παρά το γεγονός, ότι η Ελλάδα βρίσκονταν πλησιέστερα στο Κόσοβο από οποιαδήποτε άλλη οργανωμένη χώρα την εποχή εκείνη, ο ελληνικός στρατός δεν κατάφερε να αναλάβει ούτε ένα ρόλο RSN [Role Specialist Nation], δηλαδή την διαχείριση και την υποστήριξη όλης της KFOR  με κάποιο υλικό ή εφόδιο ή υπηρεσία ή κάτι άλλο.

Διανομή τροφίμων από στελέχη του ελληνικού στρατού
Ούτε επίσης η πόλη της Θεσσαλονίκης εκμεταλλεύτηκε σε ικανοποιητικό βαθμό οικονομικά την KFOR, εξαιτίας κυρίως των ιδεοληπτικών αντιδράσεων μερίδας της Αριστεράς, που θεώρησε ότι μπορούσε να παρεμποδίσει την ανάπτυξη της KFOR για να «αποτρέψει τον Γ’ΠΠ» , παρακωλύοντας την κίνηση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.  
Ο βαλκανικός και εν προκειμένω ο αλβανικός εθνικισμός, ουρά του τουρκικού την περίοδο αυτή, σ’ ένα πεδίο διαρκούς γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, απαιτεί ισχύ και επιθετική διπλωματία για την αντιμετώπιση του.
Γεώργιος Μουρουζίδης, Ταξίαρχος ε.α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.