27/6/13

Το «μεγάλο παιχνίδι» στην Κεντρική Ασία έχει λήξει προ πολλού

Γελοιογραφία του Αλεξέι Γιόρς
Σεργκέι Μαρκεντόνοφ
Η συμφωνία για τη νευραλγικής σημασίας αμερικανική στρατιωτική βάση στην περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ, Κιργιστάν, στην Κεντρική Ασία, λήγει σύντομα. Το ερώτημα αν θα μείνει ή θα φύγει, όπως και τα αμερικανικά στρατεύματα από το γειτονικό «καυτό» Αφγανιστάν.
Στις 20 Ιουνίου 2013 το Κοινοβούλιο του Κιργιστάν ψήφισε τη λήξη της σύμβασης ενοικίασης του κέντρου ανεφοδιασμού των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων (ουσιαστικά των ΗΠΑ) στην αεροπορική βάση Μανάς στα προάστια της πρωτεύουσας της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι τον Ιούλιο του 2014 θα πρέπει να πάψει η λειτουργία όλων των εγκαταστάσεων του κέντρου.
Από τη στιγμή της εμφάνισης της αμερικανικής αεροπορικής βάσης στο έδαφος του Κιργιστάν το 2001, δεν έχουν σταματήσει οι φήμες για το πιθανό κλείσιμό της. Η ηγεσία αυτής της Κεντρασιατικής χώρας έθετε συστηματικά το ζήτημα της παύσης της λειτουργίας των στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Το αποτέλεσμα συνήθως ήταν να παρατείνεται η μίσθωση και η παραμονή της βάσης, με καλύτερους οικονομικούς όρους. Φυσικά, οι αρχές της χώρας λάμβαναν πάντοτε υπόψη και τις αντιρρήσεις της Μόσχας, η οποία αν μη τι άλλο, δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε την ξένη στρατιωτική παρουσία σε έδαφος της πρώην ΕΣΣΔ.
Το 2009, ο Κιργίζιος πρόεδρος, Κουρμανμπέκ Μπακίεφ, στη διάρκεια επίσκεψής του στη Μόσχα είχε ανακοινώσει επισήμως το κλείσιμο της αμερικανικής βάσης, ενώ είχε υπογράψει και τη σχετική νομοθετική πράξη. Ωστόσο, ύστερα από μερικές εβδομάδες δήλωσε ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν έχει οριστικό χαρακτήρα. Τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία αντί για βάση να δημιουργηθεί ένα διαμετακομιστικό κέντρο για την υποστήριξη των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν. Το ζήτημα αυτό επανήλθε στην επικαιρότητα μετά τις «επαναστατικές θύελλες» που κλόνισαν το Κιργιστάν το 2010. Ένα χρόνο αργότερα, ο τρίτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αλμαζμπέκ Αταμπάγεφ, δήλωσε ότι θα ήθελε να λειτουργεί στη Μανάς ένα κέντρο αερομεταφορών της Πολιτικής Αεροπορίας, και όχι στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο, η παρουσία ξένων στρατιωτικών στη βάση του συγκεκριμένου αεροδρομίου της πρωτεύουσας δεν είναι ό,τι καλύτερο για το νεαρό κράτος, τουλάχιστον σε επίπεδο συμβολισμών.
Τέλος ή μια από τα ίδια;
Μπορεί άραγε να διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι μπαίνει μια τελεία στην ιστορία της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο έδαφος του Κιργιστάν; Ή μήπως πρόκειται για νέα «αποσιωπητικά»;
Σήμερα, οι εξελίξεις στις περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ, σχετίζονται και με τα συμφέροντα της Ρωσίας και των χωρών της Δύσης. Εύστοχα, ή άστοχα, γίνεται επίκληση της εμφατικής θεωρίας του «μεγάλου παιχνιδιού», του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, την ώρα μάλιστα που η γεωπολιτική της Κεντρικής Ασίας αποτελεί σήμερα ένα παράδειγμα που δεν μοιάζει τόσο με «μεγάλο παιχνίδι» βασισμένο στον σκληρό ανταγωνισμό ορισμένων κέντρων ισχύος, αλλά με την πολυεπίπεδη αλληλεξάρτηση τους. Από τη μία πλευρά η Μόσχα αντιμετωπίζει τον πρώην σοβιετικό χώρο σαν ζώνη αποκλειστικών συμφερόντων της και υλοποιεί την αρχή «διευκολύνσεις με αντάλλαγμα διευκολύνσεις».
Η ρωσική πλευρά τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης στον στρατιωτικοπολιτικό και ενεργειακό τομέα, και οι χώρες του άμεσου ενδιαφέροντός της απολαμβάνουν ελαφρύνσεις σε θέματα χρεών, πιστώσεων και μετανάστευσης (ένα άκρως σημαντικό ζήτημα για όλες τις Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας). Στο πλαίσιο αυτό, τον Σεπτέμβριο του 2012 ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν πραγματοποίησε επίσκεψη στο Κιργιστάν, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η Μόσχα να φτάσει σε συμφωνία για την παράταση της στρατιωτικής της παρουσίας στη Δημοκρατία (στη βάση Καντ) ως το 2032, καθώς και για την υλοποίηση κοινών προγραμμάτων στον τομέα της υδροηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, η Ρωσία δέχθηκε να διαγράψει χρέη του Κιργιστάν ύψους 189 εκατομμυρίων δολαρίων. Αρκετές ομοιότητες παρουσιάζει και η μορφή των σχέσεων της Ρωσίας με το Τατζικιστάν.
Ανοχή λόγω Αφγανιστάν
Από την άλλη πλευρά, αντίθετα με ό,τι αφορά την Ουκρανία και τον Νότιο Καύκασο, η Μόσχα εμφανίζεται πολύ πιο πρόθυμη για συνεργασία με τις ΗΠΑ στην Κεντρική Ασία. Κάτι που σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό και με την επιχείρηση στο Αφγανιστάν. Η Μόσχα, ανησυχεί και αυτή ιδιαίτερα για μια ενδεχόμενη κατάρρευση του Αφγανιστάν μετά την αποχώρηση των Αμερικανών και των συμμάχων τους. Από εδώ πηγάζει και η ανεκτικότητα όσον αφορά την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στις κεντροασιατικές δημοκρατίες. Βέβαια, το θέμα αυτό χρήζει μιας διευκρίνησης. Η Μόσχα δεν επιθυμεί την επέκταση αυτής της παρουσίας, επειδή τότε η Ουάσιγκτον θα σταματήσει να εκλαμβάνει τη Ρωσία σαν περιφερειακό παράγοντα. Κι’ αυτό, διότι αν αποκτήσει τη δυνατότητα να οικοδομεί απευθείας τις σχέσεις της με τις χώρες της περιοχής, δεν θα έχει λόγο να συμπεριλαμβάνει και τη Μόσχα στη διαδικασία αυτή.
Όμως και τα ίδια τα κράτη της Κεντρικής Ασίας σε αυτά τα 20 χρόνια της ανεξαρτησίας τους συνήθισαν να διαφοροποιούν τις σχέσεις τους στην εξωτερική πολιτική. Ακόμη και η Ουάσιγκτον, τα τελευταία χρόνια δεν φείδεται εγκωμίων για την αποτελεσματική συνεργασία της με τον βασικότερο στρατηγικό εταίρο της Ρωσίας στην Ευρασία, το Καζακστάν. Και σήμερα, η πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου διαμετακομιστικού κέντρου του ΝΑΤΟ στο έδαφος του Καζακστάν εξετάζεται έντονα στους κύκλους των ειδικών.
Γι’ αυτό, δεν θα πρέπει να εξάγονται βιαστικά συμπεράσματα σχετικά με τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Κιργιστάν. Δεν αποκλείεται η Μπισκέκ να επιθυμεί να ανάγει σε υψηλότερο επίπεδο της σχέσεις της με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Στην περίπτωση αυτή οι πιθανότητες της Μόσχας να αποτρέψει ένα τέτοιο σενάριο είναι περιορισμένες, ενώ ταυτόχρονα είναι απίθανο να «δώσει μάχη μέχρι τέλους» για να επιτύχει αυτό τον σκοπό. Ειδικά αν ληφθούν υπόψη οι συμφωνίες που ήδη υπάρχουν με την κυβέρνηση του Κιργιστάν.
Ο συντάκτης του άρθρου είναι προσκεκλημένος επιστημονικός συνεργάτης του αμερικανικού Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών στην Ουάσιγκτον.
Η Ρωσία Τώρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.