29/3/13

Πως θα εξέλθουμε από την κρίση – Σχέδιο Β

Ανδρέας Θεοφάνους 
Αναμφίβολα τα μέτρα που εισηγήθηκε και επέβαλε το Eurogroup για την Κύπρο ήταν δρακόντεια.  Οι ανάγκες της κυπριακής οικονομίας ήταν τέτοιες που θα μπορούσε να είχε επιλεχθεί μία εντελώς διαφορετική πολιτική. Άλλωστε η Κύπρος είχε εισέλθει σε αυστηρή πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής και εξυγίανσης από τον Δεκέμβριο του 2012.
Υπήρχαν προφανώς σοβαρά προβλήματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα – θα μπορούσαν όμως να επιλυθούν στα πλαίσια μίας σταδιακής προσέγγισης η οποία θα ενισχυόταν και από την κλιμακούμενη δημοσιονομική πειθαρχία.  Σημειώνεται ότι στην πορεία του χρόνου η αναμενόμενη ίδρυση της Τραπεζικής Ένωσης στην ΕΕ θα ενίσχυε καθοριστικά την προσπάθεια αυτή καθώς οι ανάγκες της Κύπρου ήταν σχετικά μικρές.

Αντί τούτου το Eurogroup επέδειξε μία πρωτοφανή βαναυσότητα και με χειρουργικά κτυπήματα έπληξε καίρια το χρηματοπιστωτικό σύστημα και κατ’ επέκταση την οικονομία της Κύπρου.  Υπογραμμίζεται παράλληλα ότι η στάση του Eurogroup κατ’ ουσίαν υπέσκαψε τις δυνατότητες και την αξιοπιστία του Προέδρου Αναστασιάδη να κυβερνήσει.  Δεν είναι τυχαίο που αυτή η θέση προβάλλεται ωμά από τα διεθνή ΜΜΕ.  Αναμφίβολα η ύφεση θα εξελιχθεί σε βαθειά κρίση.  Οι πλείστες επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα με αποτέλεσμα τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και την αύξηση της ανεργίας.  Αυτό προεξοφλείται ήδη από τους πλείστους αναλυτές διεθνώς.  Άλλωστε και ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μπαρόζο δήλωσε μετά την επίτευξη της συμφωνίας ότι δεν είναι σε θέση να προβλέψει το πότε και κατά πόσον θα τερματισθεί η κατηφορική πορεία.

Σε τέτοιες περιπτώσεις μία κυβέρνηση για να μπορέσει να αντεπεξέλθει πρέπει να χρησιμοποιήσει επαρκώς όλα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής με αιχμή του δόρατος τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική.  Όμως η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης και η φιλοσοφία της Τρόικα δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ούτως ή άλλως τα εργαλεία αυτά δεν μπορούν να αξιοποιηθούν πλήρως από το κράτος (βλέπε το άρθρο του Feldstein του 1997 EMU and International Conflict, Foreign Affairs, Vol. 76, no. 6, November/December, pp. 60-73).  Αναπόφευκτα το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος θα επιδεινωθούν.  Έτσι όταν η Τρόικα τους επόμενους μήνες ανασκοπήσει τους νέους δείκτες που θα έχουν επιδεινωθεί, σύμφωνα με τη φιλοσοφία της, θα εισηγηθεί μειωμένους μισθούς, επιπρόσθετες φορολογίες και απολύσεις.  Αυτό φαίνεται ότι θα γίνει σε πολλούς ιδιωτικούς οργανισμούς με τα υφιστάμενα δεδομένα.

Ως εκ τούτου πρέπει ψυχρά, χωρίς λαϊκισμούς και πανικό, έστω και ως ένα πρώτο Plan B, να θέσουμε το ερώτημα: Είναι δυνατό να εξέλθουμε της κρίσης παραμένοντας εντός της Ευρωζώνης;  Εάν επιτραπεί στην κυπριακή κυβέρνηση να επιδείξει μία δημοσιονομική χαλαρότητα και να μπορέσει να εξασκήσει διακριτική ευχέρεια είναι δυνατό να γίνει κάποια επανεκκίνηση ακόμα και χωρίς να υφίσταται το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής.  Στην περίπτωση όπου αυτό δεν θα επιτραπεί από την Τρόικα – και θεωρώ ότι δεν θα επιτραπεί – τότε εξ ορισμού η μόνη επιλογή είναι η προσωρινή έξοδος από την Ευρωζώνη και η υιοθέτηση της Λίρας.

Η όλη προσπάθεια θα γίνει σε συνεννόηση με την ΕΕ και την Τρόικα καθώς και άλλων φίλων χωρών.  Υπάρχει σειρά μέτρων που η κυβέρνηση θα είναι σε θέση να τροχιοδρομήσει όπως κίνητρα στους καταθέτες να διατηρήσουν τα χρήματά τους σε ευρώ και άλλα σκληρά νομίσματα εντός των κυπριακών τραπεζών.  Επιπρόσθετα με την υιοθέτηση της νέας Λίρας (στην ισοτιμία ένα Ευρώ Μία Λίρα) και την ανάλογη προσαρμογή μισθών και τιμών με μία σταδιακή υποτίμηση θα είναι δυνατό να καταστούν πιο ανταγωνιστικά τα κυπριακά προϊόντα και οι υπηρεσίες.  Φυσικά είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μόνο με τη νομισματική πολιτική η Κύπρος θα εξέλθει από την κρίση.  Αλλά σε αυτό το στάδιο είναι απαραίτητο αν και όχι επαρκές βήμα για μία τέτοια εξέλιξη.

Στο δημοσιονομικό πεδίο η αναγκαία κίνηση θα είναι η μείωση της φορολογίας σε όλα τα επίπεδα.  Η μείωση του εταιρικού φόρου από 10% σε 9% ουσιαστικά και συμβολικά θα έδινε μια νέα ώθηση.  Ταυτόχρονα ο ΦΠΑ θα ήταν δυνατόν να μειωθεί από το 18% στο 13%.  Αναφορικά με τον φόρο εισοδήματος η κυβέρνηση θα μπορούσε να επαναφέρει το αφορολόγητο όριο στα επίπεδα που ίσχυαν το 2012 και ταυτόχρονα να μην ισχύσει η αποκοπή του 3% από αρχή του 2014 όπως προνοεί το Μνημόνιο.  Πέραν τούτου θα πρέπει να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις για τη μη απώλεια θέσεων εργασίας.  Εννοείται επίσης ότι θα υπάρξει διακανονισμός – επιμήκυνση και μικρό κούρεμα – για τα χρέη των νοικοκυριών.  Το Σχέδιο Α, δεν ήταν δικό μας.  Τουλάχιστον, όσο απόμακρο κι’ αν φαντάζει αυτή τη στιγμή, ας επεξεργαστούμε με σοβαρότητα ένα δικό μας Σχέδιο Β.

Είναι αναμενόμενο να υπάρξουν στα αρχικά στάδια πληθωριστικές πιέσεις πριν την ανάκαμψη και τη σταθεροποίηση.  Αλλά έχοντας να επιλέξουμε, αφ’ ενός, μεταξύ της συνεχούς συρρίκνωσης του ΑΕΠ, την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, τη μεγάλη ανεργία, την εκποίηση περιουσιών, τη μαζική μετανάστευση, την κοινωνική εξαθλίωση, την οικονομική κατάρρευση και, αφ’ ετέρου, την προτεινόμενη πολιτική, καθίσταται προφανές ότι το Plan B καθίσταται στρατηγικός μονόδρομος.  Για την προώθηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής προς αυτή την κατεύθυνση είναι καθοριστικής σημασίας ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο αλληλεγγύης, ανθρωπιάς και αποτελεσματικότητας.  Η πολιτική αυτή θα πρέπει να προωθηθεί στα πλαίσια ενός κλίματος ειλικρινούς ενότητας και ομοψυχίας.

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
Πηγή: Agora Dialogue

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.