29/3/13

Το κυπριακό πιόνι

Τιερί Μεϊσάν από τη Μόσχα για την  Al-Watan (Συρία)        (μτφ. Κριστιάν)
Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κυπριακή χρηματοπιστωτική κρίση δεν μοιάζει με καμία άλλη. 
Για πρώτη φορά, βάλθηκαν ιδρυτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό το ρήγμα  ανοίγει μια διαδικασία πολιτικής αποσύνθεσης η οποία θα είναι δύσκολο να σταματήσει. Για τον Τιερί Μεϊσάν, πρόκειται για μια επιλογή της Ουάσιγκτον, ήτοι να ευνοήσει την σύλληψη κεφαλαίων προκειμένου να επιλύσει τη δική της οικονομική κρίση, αντί να συντηρήσει μια δομημένη πολιτική οργάνωση της ζώνης επιρροής της.


Η Ουάσιγκτον έσπευσε να χρησιμοποιήσει την κυπριακή οικονομική κρίση για να εφαρμόσει την στρατηγική της σύλληψης κεφαλαίων που περιέγραψα πριν από τρεις εβδομάδες σε αυτή τη στήλη [ 1 ]. 
Με τη βοήθεια της διευθύντριας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Αμερικανίδας Κριστίν Λαγκάρντ,  αμφισβήτησαν το απαραβίαστο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προσπάθησαν να κατασχέσουν το ένα δέκατο των τραπεζικών καταθέσεων, δήθεν για να διασωθεί η κυπριακή εθνική τράπεζα που επηρεάζεται από την ελληνική κρίση.

Είναι αυτονόητο ότι ο ανακοινωμένος σκοπός δεν είναι παρά προσχηματικός, διότι μακριά από την επίλυση του προβλήματος, αυτή η κατάσχεση, αν επρόκειτο να εφαρμοστεί, δεν θα μπορούσε παρά μόνο να την επιταχύνει. Απειλούμενα, τα επιμένοντα κεφάλαια θα εγκατέλειπαν το νησί προκαλώντας την κατάρρευση της οικονομίας του.

Η μόνη πραγματική λύση θα ήταν να ακυρώσει τα χρέη,  προβλέποντας τα έσοδα της εκμετάλλευσης του κυπριακού φυσικού αερίου. Θα ήταν τόσο πιο λογικό όσο αυτό το φθηνό φυσικό αέριο θα ενίσχυε την οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά η Ουάσιγκτον αποφάσισε αλλιώς. Οι Ευρωπαίοι καλούνται να συνεχίσουν να αγοράζουν την ενέργειά τους σε υψηλές τιμές από τη Μέση Ανατολή, ενώ αυτό το φθηνό φυσικό αέριο προορίζεται να τροφοδοτήσει την ισραηλινή οικονομία.

Για να αποκρυφτεί ο αποφασιστικός ρόλος της Ουάσιγκτον, αυτή η τραπεζική ληστεία δεν παρουσιάζεται ως απαίτηση του ΔΝΤ, αλλά ως απαίτηση μιας τρόικα, που συμπεριλαμβάνει την ΕΕ και την ΕΚΤ. Υπό αυτό το πρίσμα, η κατάσχεση αντικαταστήσει μια υποτίμηση που είναι αδύνατη λόγω της ένταξης στη ζώνη του ευρώ. Εκτός από το ότι στη περίπτωση της Κύπρου, η υποτίμηση δεν είναι μια πολιτική της Λευκωσίας, αλλά ένα τελεσίγραφο από τον επικεφαλής της ΕΚΤ, Mario Draghi, πρώην διευθυντή του ευρωπαϊκού τμήματος της Goldman Sachs, η οποία είναι ακριβώς ο κύριος πιστωτής της Κύπρου.

Η κ. Lagarde, η πρώην νομική σύμβουλος του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος των ΗΠΑ, δεν προσπαθεί να υπονομεύσει την Κύπρο, αλλά να σπείρει πανικό στα κεφάλαια που σταθμεύονται στην Ευρώπη και να τα καθοδηγήσει στη Wall Street για να αναζωογονήσουν το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. 
Γιατί να τα βάλει με αυτό το νησί; Επειδή είναι ένα από τα λίγα φορολογικά καταφύγια που παραμένουν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επειδή οι ​​καταθέσεις είναι κυρίως ρωσικές. 
Γιατί να το κάνει τώρα; Επειδή οι ​​Κύπριοι έκαναν το λάθος να εκλέξουν νέο πρόεδρο τον Αμερικανό Νίκο Αναστασιάδη. 
Ακολούθησαν έτσι τα βήματα των Ελλαδιτών που, θύματα της ίδιας αμερικανικής αυταπάτης, είχαν εκλέξει ως πρωθυπουργό τον Αμερικανό Γεώργιο Παπανδρέου.

Αυτό το μικρο-μαγείρεμα στράφηκε όμως άσχημα. Το κυπριακό κοινοβούλιο απέρριψε ομόφωνα την δημευτική φορολόγηση των τραπεζικών καταθέσεων. 
Και εδώ υπάρχει ένα φαινομενικό παράδοξο.
Η φιλελεύθερη κυβέρνηση ήθελε να κρατικοποιήσει το ένα δέκατο των κεφαλαίων, ενώ το κομμουνιστικό Κοινοβούλιο υπερασπίζεται την ιδιωτική περιουσία. Είναι επειδή αυτή η εθνικοποίηση δεν θα γινόταν προς όφελος της εθνικής κοινότητας, αλλά υπέρ του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι φιλικές συμβουλές έγιναν ως εκ τούτου απειλές.
Μιλάνε να αποκλειστεί η Κύπρος από τη ζώνη του ευρώ, αν οι εκπρόσωποι του λαού επιμείνουν στην άρνησή τους.
Και όμως, αυτό είναι σχεδόν αδύνατο. 
Οι συνθήκες σχεδιαστήκαν έτσι ώστε η ζώνη του ευρώ αποτελεί ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. 
Δεν είναι δυνατόν να φύγεις από μόνος του, ούτε να σε αποκλείσουν, εκτός αν φύγεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, αυτή η επιλογή, η οποία δεν είχε προβλεφτεί από τους νονούς της νύχτας, φοβίζει τη Ουάσιγκτον. 
Αν το νησί έβγαινε εκτός Ένωσης, θα το αγόραζε η Μόσχα για δέκα δισεκατομμύρια δολάρια. 
Θα ήταν το χειρότερο παράδειγμα: ένα κράτος της Δύσης να ενωθεί με τη ρωσική σφαίρα επιρροής, σε αντίθεση με ό, τι έχουμε ζήσει από την πτώση της ΕΣΣΔ. Είναι σίγουρο ότι θα ακλούθησαν τα άλλα βαλκανικά κράτη, αρχής γενομένης από την Ελλάδα.

Για την Ουάσιγκτον, αυτό το καταστροφολογικό σενάριο πρέπει να αποφεύγεται με κάθε κόστος. 
Πριν από λίγους μήνες, ήταν αρκετά το State Department να βήξει ελαφρά για να παραιτηθεί η Αθήνα της πώλησης του ενεργειακού τομέα της στη Μόσχα. 
Αυτή τη φορά, όλα τα μέσα, ακόμα και τα πιο αντιδημοκρατικά, θα χρησιμοποιηθούν εναντίον των Κυπρίων, εάν αντισταθούν.

Η Ρωσία προσποιείται ότι δεν ενδιαφέρεται. 
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν παραμέλησε τις συμφέρουσες προσφορές επενδύσεων που έγιναν από την κυβέρνηση Αναστασιάδη.
Ο λόγος είναι ότι δεν προτίθεται να σώσει τους Ρώσους ολιγάρχες που είχαν κρύψει τα χρήματά τους στο νησί, ούτε την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία τους βοηθήσε στην οργάνωση της φοροδιαφυγής τους. 

Πίσω από τη σκηνή, διαπραγματεύτηκε μια μυστική συμφωνία με την Άνγκελα Μέρκελ που θα πρέπει να επιτρέψει μια οικονομική λύση για την κρίση, αλλά η οποία θα πρέπει επίσης να οδηγήσει σε μια ευρεία αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κανόνων. 

Παρεμπιπτόντως, ο Τσάρος μάζεψε εκπληκτικές πληροφορίες για τις ρωσικές επενδύσεις στο νησί κατά τη διάρκεια της εποχής Μεντβέντεφ, πληροφορίες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως επιπλέον μέσο πίεσης κατά του ασυνεπούς πρωθυπουργού του.

[1] « L’Otan économique, solution à la crise aux États-Unis », Al-Watan/Réseau Voltaire, 3 mars 2013, δείτε παρακάτω.

Τιερί Μεϊσάν από τη Μόσχα για την  Al-Watan (Συρία)


L’OTAN économique, solution à la crise aux États-Unis
par Thierry Meyssan
Les premiers contacts du nouveau secrétaire d’État John Kerry n’ont pas été consacrés à la politique du pivot (transfert des forces US vers l’Extrême-Orient), ni au plan de partage du Proche-Orient, mais à la création d’une OTAN économique, sans que cela suscite la moindre inquiétude en Europe. Pourtant ce projet, s’il devait être mis rapidement en œuvre reviendrait à résoudre la crise économique aux États-Unis au détriment des Européens.
Réseau Voltaire | Damas (Syrie) | 3 mars 2013 http://www.voltairenet.org/squelettes/elements/images/ligne-rouge.gif

JPEG - 22.5 ko

Conférence de presse de John Kerry et Guido Westerwelle à Berlin, le 26 février.

Lors de son discours annuel sur l’état de l’Union, le président Barack Obama a annoncé unilatéralement l’ouverture de négociations sur un Partenariat global transatlantique de commerce et d’investissement avec l’Union européenne (12 février). Quelques heures plus tard, ce scoop était confirmé par une déclaration conjointe du président US et des présidents du Conseil européen, Herman van Rompuy, et de la Commission européenne, José Manuel Barroso.
Le projet de Zone de libre-échange transatlantique a officiellement vu le jour en marge des négociations du traité de Zone de libre-échange nord-américaine (ALENA), en 1992. Suivant un processus d’expansion, Washington voulait étendre cet espace à l’Union européenne. Cependant à l’époque, des voix s’étaient élevées aux États-Unis mêmes pour reporter cette absorption, le temps que l’Organisation mondiale du Commerce soit mise en place et stabilisée. Elles craignaient que les deux projets se téléscopent au lieu de se renforcer.
La création d’un marché transatlantique n’est qu’un volet d’un projet plus vaste, incluant la création d’un véritable gouvernement supra-institutionnel avec un Conseil économique transatlantique, un Conseil politique transatlantique, et une Assemblée parlementaire transatlantique. Ces trois organes ont déjà été créés de manière embryonnaire sans qu’aucune publicité leur soit donnée.
Leur architecture renvoie à un très ancien projet de création d’un vaste bloc capitaliste réunissant tous les États sous influence anglo-américaine. On en trouve la trace dans les clauses secrètes du Plan Marshall et surtout dans le Traité de l’Atlantique Nord (article 2). C’est pourquoi, on parle indifféremment d’Union transatlantique ou d’OTAN économique.
De ce point de vue, il est symptomatique de noter que, côté US, ce projet n’est pas suivi par le département du Commerce, mais par le Conseil de sécurité nationale.
On a un aperçu de ce que sera le fonctionnement de l’Union transatlantique en observant la manière dont ont été résolus les conflits sur le partage des données nominatives. Les Européens ont des normes de protection de la vie privée très exigeantes, tandis que les États-uniens peuvent faire n’importe quoi au motif de la lutte contre le terrorisme. Après diverses navettes, les Européens se sont couchés devant les États-uniens qui ont imposé leur modèle à sens unique : ils ont copié les données européennes, tandis que les Européens n’ont pas eu accès aux données états-uniennes.
En matière économique, il s’agira d’abroger les droits de douanes et les barrières non-tarifaires, c’est-à-dire les normes locales qui rendent impossible certaines importations. Washington veut vendre tranquillement en Europe ses OGM, ses poulets traités au chlore, et ses bœufs aux hormones. Il veut utiliser sans se gêner les données privées de Facebook, Google, etc.
A cette stratégie à long terme s’ajoute une tactique à moyen terme. En 2009-2010, Barack Obama avait constitué un Comité de conseillers économiques présidé par l’historienne Christina Romer. Cette spécialiste de la Grande dépression de 1929, avait développé l’idée que la seule solution à la crise actuelle aux États-Unis est de provoquer un déplacement des capitaux européens vers Wall Street. Dans ce but, Washington a fait fermer la plupart des paradis fiscaux non-anglo-saxons, puis a joué avec l’euro. Cependant, les capitalistes à la recherche de stabilité ont rencontré des difficultés à transférer leur argent aux États-Unis. L’OTAN économique rendra la chose plus facile. Les USA sauveront leur économie en attirant les capitaux européens, donc au détriment des Européens.
Au-delà du caractère inégal de ce projet et du piège qu’il représente dans l’immédiat, le plus important est que les intérêts des États-Unis et de l’Union européenne sont en réalité divergents. Les États-Unis et le Royaume-Uni sont des puissances maritimes qui ont un intérêt historique au commerce transatlantique. C’était même leur objectif exprimé dans la Charte de l’Atlantique lors de la Seconde Guerre mondiale. Au contraire, les Européens ont des intérêts continentaux communs avec la Russie, notamment en matière énergétique. En continuant à obéir à Washington comme durant la Guerre froide, Bruxelles dessert les Européens.
Thierry Meyssan
Source
Al-Watan (Syrie)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.