29/5/17

Ο πρόεδρος της Τουρκίας είχε επίσης μία άσχημη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δυσκολεύεται να διορθώσει τη ζημιά που έχει κάνει στις σχέσεις του με τη Δύση
Μετάφραση: Στέργιος Σεβαστιάν
Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πέρασε το πρώτο διάστημα αυτού του έτους σε συνεχείς προσβολές των συμμάχων του στο ΝΑΤΟ, εν μέρει με στόχο την τόνωση του εθνικιστικού αισθήματος στο εσωτερικό, προκειμένου να κερδίσει ένα συνταγματικό δημοψήφισμα, το οποίο θα του έδινε σχεδόν δικτατορικές εξουσίες. Κέρδισε αυτό το δημοψήφισμα τον Απρίλιο και από τότε προσπαθεί να αποκαταστήσει τους κατεστραμμένους δεσμούς του με τη Δύση. Ωστόσο, όπως έδειξε η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες στις 25 Μαΐου, η "επίθεση γοητείας" του δεν πάει και πολύ καλά.
Στη σύνοδο κορυφής, ο Emmanuel Macron, ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Γαλλίας, πίεσε τον κ. Ερντογάν να απελευθερώσει έναν γάλλο φωτογράφο που κρατήθηκε για περισσότερο από δύο εβδομάδες σε ένα τουρκικό κέντρο απέλασης. Η Γερμανίδα Angela Merkel, την κυβέρνηση της οποίας ο κ. Ερντογάν κατηγόρησε για ναζιστικές πρακτικές κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για το δημοψήφισμα, του παραπονέθηκε για τη σύλληψη ενός γερμανού δημοσιογράφου πριν από τρεις μήνες. Η κ. Merkel επέμεινε επίσης η Τουρκία να επιτρέψει σε βουλευτές της Γερμανίας να επισκεφθούν την αεροπορική βάση του Incirlik, όπου βρίσκονται 250 στρατιώτες της χώρας της. (Η Τουρκία αρνήθηκε να το πράξει, από τότε που το Bundestag πέρασε ψήφισμα που αναγνωρίζει τις οθωμανικές σφαγές κατά των Αρμενίων, κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ως γενοκτονία). Η κ. Merkel απείλησε να αποσύρει τις γερμανικές δυνάμεις, αν δεν αρθεί η απαγόρευση.
Οι τουρκικές ελπίδες για φιλικές σχέσεις με τη νέα διοίκηση των ΗΠΑ, επίσης διαψεύστηκαν. Ο Donald Trump, ο οποίος φαίνεται να τα πηγαίνει καλά με αυταρχικούς ηγέτες, ήταν ο μόνος δυτικός ηγέτης που συνεχάρη τον κ. Ερντογάν για τη νίκη του στο δημοψήφισμα και ο Τούρκος πρόεδρος σχεδίαζε να συσφίξει περαιτέρω τους δεσμούς, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ουάσιγκτον στις 16 Μαΐου. Αντ 'αυτού, η επίσκεψη αυτή, απο άποψη δημοσίων σχέσεων, ήταν μία καταστροφή: Τούρκοι φρουροί "πιάστηκαν" σε βίντεο να κτυπούν Κούρδους και Αρμένιους διαδηλωτές μπροστά από την πρεσβεία τους, ενώ ο κ. Ερντογάν παρακολουθούσε ατάραχος. Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τον Τούρκο πρεσβευτή, και μια ομάδα γερουσιαστών απαίτησε τη δίωξη των υπευθύνων για την θηριωδία αυτή. Δίχως ντροπή, η τουρκική πρεσβεία κατηγόρησε την αστυνομία της Ουάσινγκτον ότι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα εναντίον των διαδηλωτών, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι προκάλεσαν «επιθετικά» τους Τούρκους. Ακόμη πιο παράλογο, το υπουργείο Εξωτερικών στην Άγκυρα κάλεσε τον πρεσβευτή της Αμερικής στις 22 Μαΐου για να του τα "ψάλλει" και να το υποβάλλει σε μια διάλεξη σχετικά με τον έλεγχο του πλήθους.
Ο κ. Ερντογάν ήθελε να πείσει τον κ. Trump να σταματήσει την ανάθεση της στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, σε μια κουρδική πολιτοφυλακή την οποία η Άγκυρα θεωρεί τρομοκρατική ομάδα. Λιγότερο από μία εβδομάδα πριν από την άφιξή του, ο κ. Trump τορπίλισε αυτή την ιδέα, εγκρίνοντας ένα σχέδιο για την ενίσχυση αυτής της πολιτοφυλακής, γνωστής ως YPG, με πολυβόλα και τεθωρακισμένα οχήματα. Τελικά, ο κ. Ερντογάν έφυγε με τη διαβεβαίωση ότι η Αμερική θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις επιθέσεις της Τουρκίας εναντίον των ίδιων Κούρδων ανταρτών αλλού, στην Τουρκία και στο βόρειο Ιράκ.
Αλλά μια νέα αντιπαράθεση με το YPG μπορεί να είναι απειλητική. Η Τουρκία έχει ήδη βομβαρδίσει τις θέσεις της ομάδας στη Συρία. Αν δεχθεί επίθεση από τους αντάρτες, «θα ασκήσουμε τα δικαιώματά μας, σύμφωνα με τους κανόνες εμπλοκής, χωρίς να ζητήσουμετην άδεια κανενός», δήλωσε ο κ. Erdogan μετά τη συνάντησή του με τον κ. Trump. Για τους Αμερικανούς, η προτεραιότητα είναι να βοηθήσουν το YPG και άλλες δυνάμεις να κατακτήσουν την αυτοανακηρυχθείσα πρωτεύουσα του IS, τη Raqqa, τη μεγαλύτερη πόλη της Συρίας που βρίσκεται ακόμα υπό τον έλεγχό του. "Η Αμερική επιθυμεί η Τουρκία να αποσυμφορήσει την πίεση από το YPG κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον της Raqqa", λέει ο Saban Kardas, αναλυτής στην Άγκυρα. "Δεν θα παίξουμε αυτό το παιχνίδι."
Στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες λένε ότι η Τουρκία μπορεί να επωφεληθεί από την επίθεση στη Raqqa, η οποία έχει αποτραβήξει πολλές από τις δυνάμεις του YPG, για να πραγματοποιήσει εισβολή εναντίων οχυρών της οργάνωσης στο βόρειο τμήμα της Συρίας. Μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε σε άλλη μία διπλωματική κρίση μεταξύ Τουρκίας και Αμερικής, αν όχι σε μία άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση.
Ο κ. Ερντογάν έχει κι άλλη υπόθεση να διευθετήσει με την Αμερική. Εδώ και μήνες, έχει καλέσει τον κ. Trump να εκδώσει τον κ. Fethullah Gulen, κληρικό που εδρεύει στην Πενσυλβανία και θεωρείται ύποπτος ηθικής αυτουργίας της απόπειρας πραξικοπήματος κατά της κυβέρνησης της Τουρκίας τον περασμένο Ιούλιο. Οι Τούρκοι ήλπιζαν κάποτε ότι ο κ. Trump θα ήταν πιο "υποχρεωμένος" στο κομμάτι αυτό, απ'ότι ο Barrack Obama. Πράγματι, ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του κ. Trump, ο Mike Flynn και η εταιρεία lobbying του, πληρωνόταν κατά τη διάρκεια της προεδρικής εκστρατείας για να ασκούν πίεση υπέρ των συμφερόντων της τουρκικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον πρώην διευθυντή της CIA, James Woolsey, στέλεχος της επιχείρησης του κ. Flynn, μίλησε τότε με Τούρκους αξιωματούχους για την απαγωγή του κ. Gulen και την μεταφορά του στην Άγκυρα. Ο κ. Flynn αμφισβητεί έντονα ότι το έπραξε. Αλλά τώρα πλέον είναι εκτός Λευκού Οίκου και κανένας από τους νέους συμβούλους του κ. Trump δεν φαίνεται να συμμερίζεται τις ανησυχίες της Τουρκίας. Στην Αμερική, όπως και στην Ευρώπη, η Τουρκία αρχίζει να στερείται φίλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.