28/12/08

Η ιστορική μάχη και η απελευθέρωση της Ομορφίτας το Δεκέμβριο του 1963

Το ακριτικό προάστιο της Ομορφίτας, ήταν στο επίκεντρο των μαχών που έγιναν τις μέρες των Χριστουγέννων το 1963, μετά την έναρξη της τουρκικής ανταρσίας. Τελικά, μετά από πολύ ιδρώτα και αίμα, η Ομορφίτα ελευθερώθηκε από τους Τούρκους τρομοκράτες και τους άνδρες του τουρκικού αποσπάσματος (ΤΟΥΡΔΥΚ). Σήμερα η Ομορφίτα στενάζει κάτω από την μπότα του Αττίλα, γι’ αυτό και η εκκλησία του Αγίου Δημητριανού θα μείνει για μια ακόμα χρονιά αλειτούργητη. Ως πότε όμως.

Παντού Τούρκοι
Το 1963, με την έναρξη της τουρκικής εισβολής, η Ομορφίτα ήταν κυκλωμένη από Τούρκους. Νότια βρισκόταν η τουρκική συνοικία της Λευκωσίας, βόρεια συνόρευε με το τουρκικό χωριό Χαμίτ Μάντρες, ενώ στις άλλες δύο πλευρές του προαστίου κατοικούσαν Τούρκοι. Στις 23 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι άρχισαν από το πρωί να πυροβολούν εναντίον...των Ελλήνων κατοίκων και των περιουσιών τους με κάθε είδους όπλα, σκορπώντας τον τρόμο και την απόγνωση. Μπροστά στο όργιο αυτό, οι λιγοστοί εθελοντές Έλληνες μαχητές της Ομορφίτας, με τα κυνηγετικά και τα ελάχιστα παλαιά στρατιωτικά όπλα που είχαν, προσπαθούσαν να αμυνθούν, χωρίς όμως να το επιτυγχάνουν σε υποφερτό βαθμό.
Από τις πρώτες σφαίρες των Τούρκων έχασαν τη ζωή τους δύο άτομα, ο ένας των οποίων μόλις 16 χρόνων. Οι συνεχείς και ανελέητες επιθέσεις των Τούρκων ανάγκασαν τους Έλληνες κατοίκους της Ομορφίτας να συγκεντρωθούν στο σπίτι της οικογένειας του Χαράλαμπου Βενιζέλου, που ήταν στο κέντρο του προαστίου. Όταν το αντιλήφθηκαν αυτό οι Τούρκοι, άρχισαν να βάλλουν καταιγιστικά εναντίον του σπιτιού, πράγμα που συνεχίστηκε και την επομένη. Ατυχώς, από τις τουρκικές σφαίρες, το μεσημέρι της παραμονής των Χριστουγέννων τραυματίστηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα η κόρη του Βενιζέλου, Γιωργούλα, 13 χρόνων, για να πεθάνει δύο μέρες αργότερα ενώ μεταφερόταν, υπό βροχή τουρκικών σφαιρών, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Πέθανε λόγω ανυπαρξίας ιατρικής φροντίδας, αφού η Ομορφίτα ήταν περικυκλωμένη και μόλις το απόγευμα των Χριστουγέννων ελευθερώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις, που έσπευσαν να βοηθήσουν.

Διμοιρία υπερασπιστών
Τις προηγούμενες μέρες, το μαρτυρικό προάστιο υπερασπίστηκε με τα δόντια και με μύριες δυσκολίες, μια διμοιρία 36 εθελοντών από την περιοχή, με επικεφαλής τον τότε ανθυπολοχαγό του Κυπριακού Στρατού, παλιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ Γεώργιο Ολύμπιο. Η διμοιρία επάνδρωνε συνολικά 11 φυλάκια με τον ελάχιστο οπλισμό και πυρομαχικά που διέθετε, αλλά, στην ουσία, ήταν και αυτή εγκλωβισμένη στην Ομορφίτα, μαζί με τους μάρτυρες κατοίκους της. Στα πυκνά και συνεχή πυρά των Τούρκων, η απάντηση των ανδρών της διμοιρίας ήταν μηδαμινή έως ανύπαρκτη, για σκοπούς οικονομίας πυρομαχικών. «Κάθε σφαίρα και ένας εχθρός», ήταν η χαρακτηριστική εντολή του Ολύμπιου.
Την Τρίτη, παραμονή των Χριστουγέννων, ο κλοιός των Τούρκων έγινε πιο ασφυκτικός, αφού την προηγούμενη νύκτα προχώρησαν και κατέλαβαν θέσεις σε δικό τους σπίτι, 20 μόνο μέτρα από προκεχωρημένο ελληνικό φυλάκιο. Την ίδια ώρα, τα πυρομαχικά των υπερασπιστών της Ομορφίτας είχαν μειωθεί δραματικά. Αυτό ανάγκασε τον Ολύμπιο να επικοινωνήσει επειγόντως με το αρχηγείο και να ζητήσει ενισχύσεις, για να πληροφορηθεί ότι αποστέλλεται στην περιοχή ο Νίκος Σαμψών με τις ομάδες του για βοήθεια. Επρόκειτο, συγκεκριμένα, για 41 άντρες, υπό το Σαμψών, οι οποίοι ξεκίνησαν για την Ομορφίτα το μεσημέρι της παραμονής των Χριστουγέννων, μέσα σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού. Πολλοί από αυτούς ήσαν συναγωνιστές του Σαμψών κατά τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ.

«Πυρ και κίνηση»
Η άφιξη του τμήματος Σαμψών στην περιοχή Ομορφίτας έγινε μέσα σε βροχή σφαιρών των Τούρκων εναντίον παντός ελληνικού. Σχεδόν ταυτόχρονα, έφθασαν εκεί και πολλοί αστυνομικοί, αλλά και πολίτες, μέλη του ΤΡΑΣΤ. Ο Σαμψών, αφού ενημερώθηκε για την κατάσταση, εγκατέστησε ένα οπλοπολυβόλο «μπρεν» στο εργοστάσιο του «Ρέτζις» για υποστήριξη της επίθεσης και στις τρεις το απόγευμα έδωσε το σύνθημα «εμπρός με πυρ και κίνηση». Από τα πρώτα πυρά των Ελλήνων μαχητών οι Τούρκοι καθηλώθηκαν, γεγονός που βοήθησε στην προώθηση των μαχητών σε σπίτια, που μετατράπηκαν αμέσως σε πολυβολεία για περαιτέρω προώθηση. Αυτό γινόταν συνεχώς μέχρι τη νύκτα, μέσα σε πανδαιμόνιο σφαιρών. Αλλά και με το πέσιμο της νύκτας, η σταθεροποίηση στις νέες θέσεις συνεχίστηκε ασταμάτητα.
To βράδυ, οι Τούρκοι έκαμαν αντεπίθεση για να ανακαταλάβουν τις θέσεις που έχασαν, όμως απέτυχαν παταγωδώς. Τις πρωϊνές, μάλιστα, ώρες της επομένης, οι ελληνικές δυνάμεις έκαμαν νέα επίθεση και κατέλαβαν και άλλες τουρκικές θέσεις. Στην προσπάθεια αυτή έχασε τη ζωή του ο μαχητής Ανδρέας Νικολάου, από την Αγλαντζιά, πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, ενώ τραυματίστηκαν άλλοι εννιά. Παρόλον τούτο, το αρχηγείο διέταξε επιστροφή στις θέσεις που είχαν οι ελληνικές δυνάμεις το απόγευμα της προηγουμένης(!), πράγμα που έγινε.
Το πρωί της ημέρας των Χριστουγέννων έφτασε στην Ομορφίτα διμοιρία 20 αντρών, υπό τον Κορνήλιο Κυριακίδη, ενώ οι Τούρκοι είχαν αρχίσει τα πυρά μόλις που έφεξε. Όπως διαπιστώθηκε, με την υποχώρηση των Ελλήνων μαχητών κατά τη νύκτα, οι Τούρκοι ενίσχυσαν κατά πολύ τις θέσεις τους, τόσο σε άνδρες όσο και σε οπλισμό. Έτσι, η προσπάθεια για απελευθέρωση της Ομορφίτας, των κατοίκων της και της εγκλωβισμένης διμοιρίας του Ολύμπιου, δυσκόλευε ακόμη περισσότερο.

Μπουλντόζες «τανκς»
Μπροστά στην κατάσταση αυτή, ρίχτηκε η φαεινή ιδέα χρησιμοποίησης φορτηγών αυτοκινήτων και μπουλντόζων για την προώθηση των ημετέρων προς τις τουρκικές θέσεις. Η ιδέα υλοποιήθηκε αστραπιαία. Έτσι, στις εννιά το πρωί των Χριστουγέννων, έφτασαν στην Ομορφίτα τρία φορτηγά γεμάτα με σακούλες άμμου και τρεις μπουλντόζες. Με βάση το σχέδιο, την ώρα της επίθεσης τα φορτηγά ξεκίνησαν με την πισινή και με τον κρίκο σηκωμένο. Κάτω από τις κάσιες τους βρίσκονταν καλυμμένοι μαχητές, ενώ άλλοι ακολουθούσαν πεζή. Εξάλλου, οι μπουλντόζες είχαν υψωμένες τις «κούππες» τους, μέσα στις οποίες υπήρχαν σακούλες με άμμο, τις οποίες άφηναν κάθε τόσο στο δρόμο και οι ακολουθούντες μαχητές τις μετέτρεπαν αμέσως σε πρόχειρα φυλάκια. Οι μπουλντόζες κατεδάφισαν επίσης πολλά πλινθόκτιστα τουρκικά σπίτια-οχυρά, ενώ οι ευρισκόμενοι σ’ αυτά Τούρκοι τρομοκράτες υποχωρούσαν ατάκτως.

Η απελευθέρωση
Η κίνηση των μηχανοκινήτων συνδυάστηκε με επίθεση όλων των τμημάτων, τα οποία, σε ελάχιστο χρόνο, άρχισαν να καταλαμβάνουν τις τουρκικές οχυρωματικές θέσεις. Ήταν η ώρα 11 και τέταρτο το πρωί όταν άρχισε η γενική επίθεση, αφού προηγουμένως ο Σαμψών επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Ολύμπιο και τον πληροφόρησε σχετικά. Οι Τούρκοι απάντησαν με τρομερά πυρά, ολόκληρη δε η περιοχή εσείετο κυριολεκτικά από τις κλαγγές των όπλων και τις μηχανές των «αρμάτων». Κάποια στιγμή θεάθηκε αυτοκινητοπομπή Τούρκων, από 20 περίπου φορτηγά, στο δρόμο Ομορφίτας – Χαμίτ Μανδρών, εναντίον της οποίας ανοίχτηκαν πυκνά πυρά, με αποτέλεσμα να υπάρξουν πολλά θύματα.
Παρά τη συνεχή προώθηση των Ελλήνων μαχητών και την απώλεια θέσεών τους, οι Τούρκοι -γύρω στη μία το μεσημέρι- επιχείρησαν αντεπίθεση, γεγονός που αποδείκνυε ότι είχαν ενισχυθεί. Όμως, σε τίποτε θετικό γι’ αυτούς δεν οδήγησε η ενίσχυση. Αντίθετα, η χειμαρρώδης προέλαση των ελληνικών δυνάμεων συνεχιζόταν και τα τουρκικά πολυβολεία έπεφταν στα χέρια τους το ένα μετά το άλλο. Κάποια στιγμή, μάλιστα, καταλήφθηκε και το τοπικό αρχηγείο των Τούρκων, που ήταν στο σύλλογο «Σκουτάρ». Ήταν το τέλος. Στις 2.30 το απόγευμα, η Ομορφίτα είχε απελευθερωθεί απ’ άκρου σ’ άκρον και η διμοιρία του Ολύμπιου είχε ενωθεί με τις επιτιθέμενες δυνάμεις. Ακολούθησε η απομάκρυνση εκατοντάδων Τουρκοκυπρίων αμάχων από την περιοχή.
Η μάχη της Ομορφίτας αποτελεί αναμφίβολα μια χρυσή σελίδα στην ιστορία τους ελληνικού γένους. Γι’ αυτό και σήμερα Κυριακή, οφείλουμε όλοι να παρευρεθούμε στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας στο Καϊμακλί και να δεηθούμε για ανάπαυση της ψυχής όσων έπεσαν μαχόμενοι ή πέθαναν αργότερα με φυσικό θάνατο. Τιμή οφείλουμε επίσης στους επιζώντες μαχητές της Ομορφίτας, οι οποίοι παραμένουν ανάμεσά μας ζωντανά παραδείγματα απέραντης προσφοράς για την πίστη και την πατρίδα.
«Αφήστε με να δω το σπίτι μου για τελευταία φορά»!..
«Ετοιμαστήκαμε και, μέσα από τις τρύπες των τοίχων, πήραμε τη Γιωργούλα σε ένα δρόμο που δεν είχε Τούρκους, όπου μας περίμενε αυτοκίνητο με οδηγό τον Παναγιώτη Βασιλειάδη. Ο μαχητής Αντωνάκης Μιχαήλ και οι άλλοι έβαλαν τη μικρή στο πίσω κάθισμα, κι εγώ κάθισα δίπλα της καλύπτοντάς την μήπως πηγαίνοντας κτυπηθεί και πάλι από τους Τούρκους. “Kαλύτερα”, είπα, “να φάω εγώ τις σφαίρες”. Κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο, είναι ότι την ώρα που έβγαλαν τη Γιωργούλα στην αυλή, τους είπε: “Αφήστε με να δω για τελευταία φορά το σπίτι μου”. Πού θα μπορούσα εκείνη την ώρα να φανταστώ ότι η κόρη μου σε λίγη ώρα θα ήταν νεκρή;..
»Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και πήγαινε σιγά, ενώ ο Αντωνάκης ήταν στο πλευρό με το όπλο για σκοπούς ασφαλείας. Δεν πήγαμε, όμως, 200 μέτρα, και το αυτοκίνητο δέχτηκε βροχή από πυροβολισμούς. Ο οδηγός τότε σταμάτησε και πετάχτηκε αστραπιαία κάτω και μας άφησε. Οι Τούρκοι που μας πυροβολούσαν είδαν ότι στο αυτοκίνητο υπήρχαν και άλλα άτομα, οπότε το τι επακολούθησε δεν λέγεται. Κατά δεκάδες οι σφαίρες τρυπούσαν το αυτοκίνητο και σφηνώνονταν στην αριστερή μου πλευρά, από πάνω μέχρι κάτω. Δεκατέσσερα βλήματα και έξι τρύπες έμειναν στο κορμί μου για πάντα. Δεν πέθανα όμως, τότε εγώ, αλλά η κόρη μου που έφαε μια μόνο σφαίρα…
»Έβαζα το χέρι στο πλευρό μου και έπιανα αίματα, αλλά δεν έχασα την ψυχραιμία μου. Η αγωνία μου ήταν να πάρω την κόρη μου στο νοσοκομείο. Η Γιωργούλα αντιλήφθηκε τον τραυματισμό μου και μου έλεγε συνέχεια: “Χρυσή μου μάμμα, εν να πεθάνουμεν τζι’ οι θκυό”. “Όχι”, της έλεγα, “θα μας κατεβάσουν και θα σε πάρουν να γίνεις καλά. Όσο για μένα, δεν έχω τίποτε”. Ο οδηγός μπήκε για δεύτερη φορά μέσα, αλλά και πάλι δέχτηκε πυροβολισμούς, οπότε πετάκτηκε ξανά κάτω. “Είμαστιν τελειωμένοι”, είπα τότε εγώ.
»Ενώ συνέχιζαν να μας πυροβολούν, κτύπησα το παράθυρο και φώναξα “βοήθεια”. Από πίσω άκουσα κάποιον να μου λέει “θάρρος, κυρία Βενιζέλου, τζι’ εμείς θα σε βοηθήσουμε”. Την ίδια στιγμή, ο Αντωνάκης, που τον θεωρώ σωτήρα μου, μπήκε στο αυτοκίνητο από την καμπίνα και έβγαλε την ταχύτητα, που είχε μείνει μέσα, ενώ οι άλλοι τράβηξαν το αυτοκίνητο προς τα πίσω. “Φύε”, είπα στον Αντωνάκη, “φύε τζι’ εμείς είμαστιν πεθαμένοι”, οπότε αυτός μου απάντησε: “Όι θεία μου, μεν λες έτσι”. Η αλήθεια ήταν πως τις δραματικές εκείνες στιγμές, αν δεν έμπαινε στο αυτοκίνητο ο Αντωνάκης, είσιεν να μείνουμεν τζιαμαί να μας κομμαθκιάσουσιν. Τζ’ όμως, εθυσιάστηκεν για να μας σώσει. Αμμά την κόρην μου δεν την εγλύτωσα!..
»Μας κατέβασαν στο κοντινό σπίτι του Κογιάλη, ενώ της Γιωργούλας το τραύμα της άρχισε να μυρίζει, τίποτε όμως δεν έχασε από την κουβέντα της. Μιλούσε σα να μη συνέβαινε τίποτε. Χωρίς καθυστέρηση, μας έβαλαν σε πρόχειρα φορεία και στα χέρια μάς πήραν μέχρι το εργοστάσιο “Ρέτζις”. Την ώρα που περνούσαν από κοντά μου τη Γιωργούλα, μου είπε: “Mεν λυπάσαι χρυσή μου μάμμα, τζι’ εν έχω τίποτε”. Ήταν τα τελευταία της λόγια»!..
• (Μέρος αφήγησης της μητέρας της 12χρονης Γιωργούλας Βενιζέλου, Χρυστάλλας, για τη δραματική μεταφορά της μικρής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, υπό βροχή τουρκικών σφαιρών, λίγο πριν η Ομορφίτα απελευθερωθεί από τους τρομοκράτες, τα Χριστούγεννα του 1963).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.