11/12/08

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κύπρος και ο ρόλος της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας


Ομιλία κατά την υποδοχή του κ. Ευγένιου Τ. Ρωσσίδη, τ. Υφυπουργού Οικονομικών ΗΠΑ, ως Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Ακαδημίας Αθηνών (στα αγγλικά στην διεύθυνση http://www.ahiworld.org

30 Οκτωβρίου 2007
Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κύπρο άρχισε ουσιαστικά μετά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου 1963 στην πρωτεύουσα Λευκωσία, που ήταν η αφετηρία της διακοινοτικής σύγκρουσης μεταξύ της πλειοψηφίας του 80% των 500.000 Ελληνοκυπρίων και του 18% των 116.000 Τουρκοκυπρίων.
Τα επεισόδια έλαβαν χώρα μετά τις προσπάθειες του Κυπρίου Προέδρου, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου να τροποποιήσει το σύνταγμα προκειμένου να καταργήσει τα αντιδημοκρατικά του στοιχεία. Οι ταραχές και τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1963 είναι απόρροια της...βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο από το 1878 έως το 1960. Η Βρετανία φέρει την κύρια ευθύνη για το κυπριακό πρόβλημα λόγω των αποικιακών πολιτικών και ενεργειών της στην Κύπρο, ειδικότερα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβανομένης και της χαρακτηριστικής της πολιτικής του διαίρει και βασίλευε.
Στις 26 Αυγούστου 1960, η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της από το βρετανικό αποικιακό καθεστώς με τις Συμφωνίες Λονδίνου - Ζυρίχης του 1959-1960, τις οποίες διαπραγματεύτηκαν η Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία και τις παρουσίασαν στους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους σαν ένα πακέτο που έπρεπε να αποδεχθούν χωρίς αλλαγές. Οι συμφωνίες απαγόρευαν την ένωση με την Ελλάδα και την διχοτόμηση. Οι Βρετανοί ήταν έτοιμοι να εφαρμόσουν μονομερώς το σχέδιο διχοτόμησης του Μακμίλλαν αν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν δεχόταν να υπογράψει. Κατά συνέπεια, ο Μακάριος υπέγραψε για τους Ελληνοκυπρίους και ο Δρ. Φαζίλ Κιουτσούκ υπέγραψε για τους Τουρκοκυπρίους.
Το σύνταγμα έδινε στην τουρκική μειονότητα του 18% δικαίωμα βέτο για σημαντικές κυβερνητικές δράσεις σε τομείς όπως φορολογία, άμυνα, ασφάλεια και εξωτερικές υποθέσεις και περιείχε μια διάταξη η οποία απαγόρευε την τροποποίηση των κυρίων άρθρων του. Τα μη δημοκρατικά στοιχεία του συντάγματος υπήρξαν η κύρια αιτία της διαφοράς μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Το Γραφείο Πληροφοριών και Ερευνών του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών εξέδωσε μια «Ανάλυση των Συμφωνιών για την Κύπρο» στην οποία χαρακτηρίζονται οι συμφωνίες ως «δυσλειτουργικές».
Όπως ήταν προβλέψιμο, το διχαστικό σύνταγμα δημιούργησε προβλήματα. Οι Τουρκοκύπριοι, μεταξύ άλλων, δεν συνεργάζονταν για την φορολογική νομοθεσία. Τον Νοέμβριο του 1963, ο Πρόεδρος Μακάριος υπέβαλλε για συζήτηση στους Τουρκοκυπρίους δεκατρείς τροπολογίες του συντάγματος προκειμένου να διορθωθούν οι αντιδημοκρατικές διατάξεις. Παρόλο που ο Μακάριος πίστευε ότι είχε την υποστήριξη του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή, η Βρετανία δεν εκφράστηκε για τις προτάσεις του Μακαρίου. Η Τουρκία απέρριψε τις προτάσεις (αν και δεν της είχαν σταλεί) προτού αντιδράσουν οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι έκαναν κατόπιν το ίδιο!
Ένα μήνα αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1963, ένα επεισόδιο -πυροδότησε τις διακοινοτικές συγκρούσεις που έκαναν την Τουρκία να απειλήσει εισβολή. Στη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας του μήνα, τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη είχαν πετάξει πολλές φορές πάνω από την Λευκωσία.
Η διπλωματική δραστηριότητα κατέληξε στην ομόφωνη απόφαση 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών της 4ης Μαρτίου 1964, το οποίο παρέθετε την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών κατά της «απειλής ή χρήσης βίας» και συνιστούσε τη δημιουργία ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στη Κύπρο και τον διορισμό μεσολαβητή. Έτσι λοιπόν διορίστηκε μεσολαβητής και συστάθηκε ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, η οποία ανέλαβε επιχειρησιακά καθήκοντα στις 27 Μαρτίου 1964. Οι διακοινοτικές ταραχές συνεχίστηκαν. Η Τουρκία απείλησε και πάλι με εισβολή τον Ιούνιο του 1964, αλλά την σταμάτησαν οι διπλωματικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών και μια αυστηρή επιστολή του Προέδρου Λύντον Τζόνσον. Η Τουρκία όμως βομβάρδισε τελικά την Κύπρο στις 8 και 9 Αυγούστου 1964 και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ψήφισε απόφαση με την οποία καλούσε την Τουρκία να «σταματήσει άμεσα την ρίψη βομβών». Η επόμενη κρίση επήλθε τον Νοέμβριο του 1967. Ο Πρόεδρος Τζόνσον έστειλε τον Σάιρους Βανς σε διπλωματική αποστολή στην Κύπρο προκειμένου να αποφευχθούν νέες εχθροπραξίες. Η αποστολή του Βανς υπήρξε επιτυχής. Στο διάστημα 1968-1974 έγιναν συνομιλίες για να σταματήσει η διακοινοτική διένεξη και να επιτευχθεί μια νέα συνταγματική ρύθμιση. Έγινε ουσιαστική πρόοδος. Δυστυχώς όμως, τα μοιραία γεγονότα του Ιουλίου και Αυγούστου 1974 απέκλεισαν οποιαδήποτε περαιτέρω πρόοδο για διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων την εποχή εκείνη.
Στις 21 Απριλίου 1967 έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα από μια τριμελή χούντα με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Ο Ρίτσαρντ Νίξον κέρδισε τις προεδρικές εκλογές το 1968 και ανέλαβε τα καθήκοντα του στις 20 Ιανουαρίου 1969. Ο πρώτος διορισμός του ήταν του Γουίλιαμ Π. Ρότζερς ως Υπουργού Εξωτερικών. Ο κ. Ρότζερς ήταν την εποχή εκείνη ο προϊστάμενός μου στο δικηγορικό γραφείο των Rogers and Wells. Επί προεδρίας Αϊζενχάουερ είχε θητεύσει ως Υπουργός Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατόπιν ο Νίξον διόρισε τον Χένρυ Κίσινγκερ ως Σύμβουλο του για θέματα Εθνικής Ασφάλειας. Την ίδια εποχή, στις 4 Φεβρουαρίου 1969, δέχθηκα τη θέση του Υφυπουργού Οικονομικών.
Όπως είναι γνωστό, ο Κίσινγκερ μετέτρεψε το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας στο Λευκό Οίκο σε κέντρο εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Νίξον, παραμερίζοντας το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε δευτερεύοντα ρόλο.
Ο Νίξον και ο Κίσινγκερ δεν έκαναν καμία προσπάθεια να πιέσουν την χούντα στην Ελλάδα να επιστρέψει στη δημοκρατία. Άλλωστε, όπως είναι επίσης γνωστό, ο Κίσινγκερ προτιμούσε να συναλλάσσεται με απολυταρχικές κυβερνήσεις παρά με δημοκρατίες. Τον Σεπτέμβριο του 1973, ο Κίσινγκερ έγινε Υπουργός Εξωτερικών, διατηρώντας παράλληλα τη θέση του ως Συμβούλου του Προέδρου για θέματα Εθνικής Ασφάλειας.

Η τουρκική επίθεση του 1974, εγκλήματα πολέμου, εθνοκάθαρση και πολιτική απαρτχάιντ στην Κύπρο με τη συνεργία του Κίσινγκερ.
Τον Νοέμβριο του 1973, ο Ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο και ανέλαβε την εξουσία επικεφαλής της στρατιωτικής χούντας. Ο Ιωαννίδης, ο οποίος δεν συμπαθούσε τον δημοκρατικά εκλεγμένο Πρόεδρο της Κύπρου Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, έκανε κινήσεις οι οποίες οδήγησαν στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 κατά της κυβέρνησης Μακαρίου. Το πραξικόπημα, που υποστήριζε ο Υπουργός Εξωτερικών Κίσινγκερ, επιτάχυνε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το Σάββατο, 20 Ιουλίου 1974, με την ενεργό υποστήριξη του Κίσινγκερ.
Προτού αναλύσουμε τις ενέργειες και την εσκεμμένη αδράνεια του Κίσινγκερ τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974 και μετέπειτα, πρέπει να δούμε τι συνέβη τους πρώτους έξι μήνες του 1974 και τις προσπάθειες του αρμοδίου για την Κύπρο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Thomas Α Boyatt, για να προειδοποιήσει το Υπουργείο και τον Κίσινγκερ για τον αυξανόμενο κίνδυνο πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου από την ελληνική χούντα.
Ο Κίσινγκερ απέρριψε αρκετές προσπάθειες του Boyatt να εγκρίνει το Υπουργείο ένα τηλεγράφημα το οποίο θα ζητούσε από την χούντα στην Ελλάδα να σταματήσει οποιαδήποτε ενέργεια κατά της κυβέρνησης Μακαρίου.
Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Πρόεδρος Μακάριος, με επιστολή του προς τον Έλληνα Πρόεδρο Στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, αρχηγό κατ' όνομα της χούντας, ζήτησε την αποχώρηση από την Κύπρο των Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν.
Τελικά, στις αρχές Ιουλίου 1974, ο Boyatt έστειλε μια «πολύ αραιωμένη εκδοχή του τηλεγραφήματος με οδηγίες» στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα τον Χένρυ Τάσκα, ο οποίος είχε αντιρρήσεις να ακολουθήσει τις οδηγίες του «Ταυτόχρονα... η ελληνική ΚΥΠ ενημέρωσε την CΙΑ ότι οι στρατιωτικοί στην Ελλάδα δεν είχαν καμία πρόθεση να ανατρέψουν τον Μακάριο στην Κύπρο και δεν έπρεπε να ανησυχεί η αμερικανική κυβέρνηση».
Γύρω στις 10 Ιουλίου, ο Boyatt κατάφερε να επικυρώσει ξανά τις οδηγίες προς τον Πρεσβευτή Τάσκα. Ο Τάσκα έκανε το διάβημα όχι στον Στρατηγό Ιωαννίδη αλλά «σε έναν Έλληνα επίσκοπο για τον οποίο είχε ακούσει ότι διατηρούσε στενές σχέσεις με την χούντα. Τελικά, η αμερικανική κυβέρνηση δεν είπε επιτακτικά στην ελληνική κυβέρνηση να αφήσει ήσυχη την Κύπρο γιατί αλλιώς θα μπλέξουμε όλοι πολύ άσχημα».
Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου πέτυχε, αλλά ο Μακάριος γλύτωσε ως εκ θαύματος από τη δολοφονία και οι Βρετανοί τον μετέφεραν αεροπορικώς στη Μάλτα πρώτα και κατόπιν στο Λονδίνο όπου συναντήθηκε, ως αρχηγός κράτους, με τον Πρωθυπουργό Χάρολντ Γουίλσον την Τετάρτη, 17 Ιουλίου 1974. Την Πέμπτη, 18 Ιουλίου, πέταξε για τη Νέα Υόρκη.
Συναντήθηκα με τον Πρόεδρο Μακάριο εκείνη την Πέμπτη στο Διεθνές Αεροδρόμιο Κέννεντυ και πήγα μαζί του στο Ξενοδοχείο CarIyIe στο Μανχάταν. Η σχέση μου με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο χρονολογείται από τον Δεκέμβριο του 1954 όταν είχε έλθει στην Νέα Υόρκη για την ψηφοφορία για την αυτοδιάθεση της Κύπρου στον ΟΗΕ. Είχα κανονίσει να αναλάβει ο James Vlasto, έμπειρος υπεύθυνος τύπου, τις επαφές του Μακαρίου με τα ΜΜΕ επειδή η παρουσία του ήταν το πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Ο Μακάριος αφιέρωσε το βράδυ της Πέμπτης στην προετοιμασία της ομιλίας του. Την επομένη, Παρασκευή 19 Ιουλίου, έγινε δεκτός στα Ηνωμένα Έθνη ως ο νόμιμος πρόεδρος της Κύπρου και απευθύνθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ως αρχηγός κράτους.
Νωρίς το πρωί του Σαββάτου της 20ης Ιουλίου 1974, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο με την παράνομη χρήση όπλων και υλικού που της είχαν προμηθεύσει οι ΗΠΑ, παραβιάζοντας την αμερικανική νομοθεσία - τον νόμο για την εξωτερική βοήθεια του 1961 και τον νόμο για τις πωλήσεις στρατιωτικού υλικού στο εξωτερικό - και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (Άρθρο 2, παράγραφος 4).
Η Τουρκία επικαλέστηκε την Συνθήκη Εγγύησης των Συμφωνιών Λονδίνου-Ζυρίχης του 1959-1960 για την εισβολή στην Κύπρο. Είχε καταλάβει το 40% περίπου της βόρειας Κύπρου με έναν διάδρομο από την Κυρήνεια στην βορεινή ακτή μέχρι τη Λευκωσία όταν η κατάπαυση του πυρός που επέβαλε ο ΟΗΕ άρχισε να ισχύει στις 22 Ιουλίου.
Η Συνθήκη Εγγύησης δεν παρείχε τέτοια εξουσία στην Τουρκία. Η Συνθήκη Εγγύησης μεταξύ Βρετανίας, Ελλάδας και Τουρκίας απαγόρευε την ένωση με την Ελλάδα και τη διχοτόμηση, ενώ το Άρθρο IV παραχωρούσε «σε κάθε μία από τις τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις . . . το δικαίωμα να ενεργεί με μόνο σκοπό την αποκατάσταση της τάξης των πραγμάτων που είχε δημιουργήσει η παρούσα Συνθήκη». Το επιχείρημα της Τουρκίας ότι το Άρθρο IV της παρείχε την εξουσία να χρησιμοποιήσει βία δεν ευσταθεί για διάφορους λόγους:
(1) Δεν υπάρχει αναφορά στη λέξη «βία» στη Συνθήκη.
(2) Αν το Άρθρο IV δικαιολογεί τη χρήση βίας, βρίσκεται σε σύγκρουση με το άρθρο 2, παράγραφος 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που απαγορεύει την απειλή ή χρήση βίας και συνεπώς καθίσταται άκυρο σύμφωνα με το άρθρο 103 του Χάρτη του ΟΗΕ.
(3) Η Συνθήκη Εγγύησης επιτρέπει μόνο ενέργειες για την αποκατάσταση του status quo ante. Αυτή δεν ήταν ποτέ η πρόθεση της Τουρκίας. Όπως δήλωσε ο Σερ Ντέηβιντ Χαντ, πρώην Βρετανός Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο το 1965-1966:
Ούτε το 1974, ούτε οποιαδήποτε στιγμή έκτοτε, προέβαλε ή επεδίωξε αυτόν τον στόχο η τουρκική κυβέρνηση. Αντίθετα, παρουσίασε σαν στόχο της, μια μορφή διευθέτησης τελείως αντίθετη με εκείνη που όριζε η συνθήκη και η οποία αποκλείεται ρητά από αυτή: την εδαφική διχοτόμηση και την ίδρυση ενός χωριστού Τουρκοκυπριακού κράτους.
Τη Δευτέρα, 22 Ιουλίου 1974, συνόδευσα τον Πρόεδρο Μακάριο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ όπου συναντήθηκε με τον Κίσινγκερ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διευκρίνισε ότι ο Κίσινγκερ δεν συναντούσε τον Μακάριο ως αρχηγό κράτους, κάτι που επιβεβαιώνει περαιτέρω την άποψη του Κίσινγκερ για τον Μακάριο.
Ενώ ο Μακάριος συναντούσε τον Κίσινγκερ εγώ έβλεπα τον Πρέσβη Robert McCloskey, τον σύμβουλο του Κίσινγκερ για τα ΜΜΕ και την πολιτική και έναν από τους άμεσους συνεργάτες του. Γνώριζα τον McCloskey από την εποχή που ήμουν Υφυπουργός Οικονομικών. Ο McCloskey, διπλωμάτης καριέρας, ο οποίος δούλευε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ από το 1955 μέχρι το 1981, είναι περισσότερο γνωστός ως εκπρόσωπος τύπου του Υπουργείου για την περίοδο 1964 - 1973.
Στη συνάντηση που είχα με τον McCloskey, στις 22 Ιουλίου 1974, του είπα συγκεκριμένα ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να σταματήσουν αμέσως την προμήθεια όπλων στην Τουρκία βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας. Είπα ότι η χρήση από την Τουρκία των όπλων και του υλικού που είχε πάρει από τις ΗΠΑ για την εισβολή στην Κύπρο καθιστούσε την Τουρκία άμεσα μη επιλέξιμη ως χώρα για παροχή περαιτέρω στρατιωτικής βοήθειας, δυνάμει του νόμου του 1961 για την εξωτερική βοήθεια και τον νόμο για τις πωλήσεις στρατιωτικού υλικού στο εξωτερικό και ότι οι διατάξεις των νόμων είχαν υποχρεωτική ισχύ. Δεν ήταν θέμα που ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας.
Ο McCloskey απάντησε, ότι θα ερευνούσαν το θέμα. Μετά από την απάντηση αυτή και το γεγονός ότι ο Κίσινγκερ δεν δέχθηκε τον Μακάριο σαν αρχηγό κράτους, ότι δεν επικαλέστηκε τις επόμενες μέρες την αμερικανική νομοθεσία κατά της Τουρκίας για παράνομη χρήση όπλων που της είχαν προμηθεύσει οι ΗΠΑ για την εισβολή στην Κύπρο και ότι δεν καταδίκασε δημόσια τις πράξεις της Τουρκίας, αποφάσισα να δημιουργήσω μια οργάνωση με επαγγελματίες που θα εργάζονταν με πλήρες ωράριο και γραφεία στην Ουάσιγκτον, η οποία θα λειτουργούσε ως λόμπυ και δεξαμενή σκέψης (think tank) για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Νοίκιασα έναν χώρο από την 1η Αυγούστου 1974 στην Ουάσιγκτον, στην καρδιά του επιχειρηματικού κέντρου και τηλεφώνησα και έγραψα σε πολλούς Ελληνοαμερικανούς φίλους ζητώντας τους να δουλέψουν μαζί μου. Έτσι ξεκίνησε το Ελληνοαμερικανικό Λόμπυ για το οποίο θα σας μιλήσω πιο λεπτομερώς αργότερα.
Κατά την άποψη μου, τα στοιχεία δείχνουν σαφώς ότι ο Κίσινγκερ παρακίνησε το πραξικόπημα της χούντας κατά της κυβέρνησης Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974 και κατόπιν παρακίνησε και ενορχήστρωσε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974, ενώ υποστήριξε και παρακίνησε το δεύτερο και μαζικό κύμα εισβολής από την Τουρκία στις 14-16 Αυγούστου 1974, τρεις βδομάδες μετά την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου, στις 23 Ιουλίου 1974.
Τα τεκμηριωμένα στοιχεία έχουν αρχίσει τώρα να βγαίνουν στο φως και επιβεβαιώνουν τον ρόλο του Κίσινγκερ στην τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου 1974 και τη μαζική συνέχιση της στις 14-16 Αυγούστου 1974.
Τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974, η Τουρκία διέπραξε επίθεση, εγκλήματα πολέμου και εθνοκάθαρση, καθώς και πολιτική απαρτχάιντ στην Κύπρο με την πλήρη συνεργία του Υπουργού Εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ.
Πριν και μετά το πραξικόπημα οι ενέργειες του Κίσινγκερ αποδεικνύουν την συνενοχή του στο πραξικόπημα και την εισβολή:
Πρώτον, ο Κίσινγκερ δεν δέχθηκε τη συμβουλή του Tom Boyatt, που ήταν αρμόδιος για την Κύπρο, να ενημερώσει την χούντα στην Ελλάδα να σταματήσει οποιαδήποτε ενέργεια κατά της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του Προέδρου Μακαρίου.
Δεύτερον, αρνήθηκε να καταγγείλει το πραξικόπημα ενώ όλοι οι άλλοι, η Βρετανία και οι δημοκρατικές χώρες του κόσμου, μαζί με τον ΟΗΕ είχαν καταγγείλει το πραξικόπημα της χούντας. Αν είχε καταγγείλει ο Κίσινγκερ το πραξικόπημα, η χούντα στην Ελλάδα θα είχε πέσει και η κρίση θα σταματούσε. Αλλά ο Κίσινγκερ ήθελε να διώξει τον Μακάριο. Αυτό ήταν το βασικό κίνητρο των πράξεων του.
Τρίτον, ο Κίσινγκερ έδωσε εντολή στον Αμερικανό πρέσβη στον ΟΗΕ να αναβάλει την επείγουσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την Κύπρο από το βράδυ της Δευτέρας 15 Ιουλίου 1974 στην Παρασκευή 19 Ιουλίου 1974, δίνοντας έτσι χρόνο στην Τουρκία να ετοιμάσει την εισβολή της στην Κύπρο.
Τέταρτον, έδωσε εντολή στον Αμερικανό πρέσβη στην Κύπρο να συναντηθεί με τον υπουργό εξωτερικών του πραξικοπήματος.
Πέμπτον, διέρρευσε στην εφημερίδα New York Times, την Τετάρτη, 17 Ιουλίου 1974, ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έκλινε προς τον Σαμψών, τον οποίον οι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος είχαν ανακηρύξει Πρόεδρο της Κύπρου στη θέση του Μακαρίου. Η είδηση ατή δημοσιεύτηκε ως κύριο άρθρο στην πρώτη σελίδα των New York Times την Πέμπτη 18 Ιουλίου 1974. Αυτό έδινε δικαιολογία στη Τουρκία να εισβάλει επειδή δεν ήθελε τον Σαμψών.
Έκτον, η εισβολή και επίθεση της Τουρκίας κατά της Κύπρου ήταν μια επιχείρηση σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν η πρώτη εισβολή από την Τουρκία στις 20 Ιουλίου 1974. Στη διάρκεια αυτής της φάσης η Τουρκία κατέλαβε το 4% του κυπριακού εδάφους. Ο Κίσινγκερ αρνήθηκε να καταγγείλει την τουρκική εισβολή και να δηλώσει ότι η Τουρκία είχε παραβιάσει τους νόμους των ΗΠΑ επειδή χρησιμοποίησε παράνομα αμερικανικά όπλα για επίθεση. Η Βρετανία και οι περισσότερες χώρες, όπως και ο ΟΗΕ, καταδίκασαν την εισβολή. Αν ο Κίσινγκερ είχε καταγγείλει την εισβολή και διακόψει αμέσως την προμήθεια όπλων στην Τουρκία, όπως απαιτεί η νομοθεσία, το θέμα θα είχε λυθεί γρήγορα και δεν θα είχε λάβει χώρα το δεύτερο κύμα της εισβολής.
Την ίδια μέρα, στις 20 Ιουλίου 1974, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ψήφισε την απόφαση 353 η οποία καλούσε «όλα τα κράτη να σεβαστούν την κυριαρχία, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου». Η απόφαση ζητούσε κατάπαυση του πυρός και απαιτούσε την «άμεση λήξη της ξένης παρέμβασης» στην Κύπρο.
Στις 22 Ιουλίου 1974, ανακηρύχθηκε ανακωχή, η οποία παραβιάστηκε από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Την επομένη, 23 Ιουλίου 1974, έπεσαν η χούντα στην Ελλάδα και το καθεστώς του Σαμψών. Σύμφωνα με το σύνταγμα του 1960, ο Γλαύκος Κληρίδης, Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής, ανέλαβε ως Πρόεδρος της Κύπρου. Έτσι η νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου επανήλθε στην εξουσία 8 μέρες μετά το πραξικόπημα.
Ο πρώην Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής εκλήθη να επιστρέψει στην Ελλάδα από το Παρίσι όπου είχε αυτοεξοριστεί και ορκίστηκε στις 24 Ιουλίου 1974 επικεφαλής μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Η δημοκρατία αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα και τον Νοέμβριο του 1974 έγιναν εκλογές και ο Καραμανλής εξελέγη πρωθυπουργός.
Στο μεταξύ, η Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία, εγγυήτριες δυνάμεις βάσει των Συμφωνιών Λονδίνου-Ζυρίχης του 1959-1960, είχαν αρχίσει διαπραγματεύσεις στην Γενεύη της Ελβετίας στις 25 Ιουλίου 1974. Στις 30 Ιουλίου 1974, οι τρεις χώρες ολοκλήρωσαν την πρώτη φάση των συνομιλιών τους και υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Γενεύης, η οποία ζητούσε δεύτερη κατάπαυση του πυρός και τον τερματισμό της επέκτασης των κατεχομένων εδαφών.
Ακόμη μια φορά, οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας παραβίασαν την εκεχειρία? Τη στιγμή εκείνη, η Τουρκία κατείχε λιγότερο του 5% της Κύπρου και η νόμιμη κυπριακή κυβέρνηση είχε επανέλθει στην εξουσία στις 23 Ιουλίου 1974, αποκαθιστώντας έτσι το συνταγματικό καθεστώς που ίσχυε πριν από το πραξικόπημα της 15 Ιουλίου 1974.
Στις 8 Αυγούστου 1974, η Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία ξεκίνησαν τον δεύτερο γύρο συνομιλιών στη Γενεύη. Στις 13 Αυγούστου 1974, η Τουρκία απηύθυνε ένα αιφνιδιαστικό τελεσίγραφο στην Ελλάδα και την Βρετανία να δεχθούν την τουρκική πρόταση, που ισοδυναμούσε με διχοτόμηση, η οποία απαγορευόταν από την Συνθήκη Εγγύησης για ένα μεγάλο και πέντε μικρότερα τουρκοκυπριακά «καντόνια», που θα κάλυπταν το 34% της επικράτειας του νησιού για την μειονότητα του 18%. Η Ελλάδα και η Βρετανία ζήτησαν 36 ώρες για να διαβουλευθούν με τις κυβερνήσεις τους. Η Τουρκία αρνήθηκε.
Την ίδια μέρα, ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ πρέσβης Robert Anderson, έκανε μια δήλωση, την οποία είχε εγκρίνει ο Κίσινγκερ, λέγοντας ότι η «τουρκική κοινότητα στην Κύπρο χρειάζεται σημαντική στήριξη και προστασία» (παρόλο που δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ότι διέτρεχε οποιονδήποτε κίνδυνο η τουρκοκυπριακή κοινότητα).
Η δήλωση αυτή αποτελούσε κατάφωρη υποστήριξη του απαράδεκτου τουρκικού τελεσίγραφου και πρόσκληση για περαιτέρω χρήση βίας. Ο πρέσβης Anderson δήλωσε επίσης ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παίξει ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις και ότι ο Κίσινγκερ «είχε συχνές επαφές με τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ετσεβίτ, με τον οποίο είχε μιλήσει τέσσερις φορές στο τηλέφωνο τις τελευταίες 24 ώρες».
Στις 14 Αυγούστου 1974, η Τουρκία διέκοψε μονομερώς τις διαπραγματεύσεις και παραβίασε την εκεχειρία, ξεκινώντας μια δεύτερη πιο μαζική επίθεση, χωρίς αφορμή και κατέλαβε άνω του 37% της Κύπρου από το λιγότερο του 5% που είχε καταλάβει μετά την πρώτη επίθεση της 20ας Ιουλίου 1974, διώχνοντας βίαια 170.000 Ελληνοκύπριους από τις εστίες και τις περιουσίες τους. Ο Κίσινγκερ αρνήθηκε επίσης να καταγγείλει τη δεύτερη μαζική εισβολή και επίθεση της Τουρκίας. Εκείνη την ημέρα και τις επόμενες, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ψήφισε αποφάσεις εκφράζοντας «την επίσημη αποδοκιμασία του για τις μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες» εναντίον της Κύπρου της Τουρκίας, την οποία καλούσε να συμμορφωθεί με τις προηγούμενες αποφάσεις του.
Στη δεύτερη φάση της εισβολής της η Τουρκία, τρεις βδομάδες μετά την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου, διέπραξε εγκλήματα πολέμου, Εθνοκάθαρση και εφάρμοσε πολιτική απαρτχάιντ στην Κύπρο. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας την εποχή εκείνη θα έπρεπε να είχαν δικασθεί ως εγκληματίες πολέμου. Επειδή όμως ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ και μέλος του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ εφάρμοσαν δύο μέτρα και δύο σταθμά στην Τουρκία και δεν έκαναν τίποτε. Στην πράξη λοιπόν, λόγω των ενεργειών και της εσκεμμένης αδράνειας του Κίσινγκερ, οι ΗΠΑ έγιναν συνένοχοι στα εγκλήματα πολέμου, την εθνοκάθαρση και την πολιτική του απαρτχάιντ της Τουρκίας, που έβλαψαν σοβαρά τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία για τη συνενοχή του Κίσινγκερ στην επίθεση της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου.
Πολλαπλασιάζονται τα τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία για την εμπλοκή και συνενοχή του Υπουργού Εξωτερικών Χένρυ Κίσινγκερ στην εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και τα εγκλήματα πολέμου που ακολούθησαν κατά της ελληνοκυπριακής κοινότητας του 80%.
Ένα σκανδαλώδες «ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ» της 14ης Αυγούστου 1974 από τον Helmut Sonnenfeldt, σύμβουλο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, προς τον Xένρυ Κίσινγκερ μόλις δημοσιοποιήθηκε πριν από λίγους μήνες. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Cyprus Weekly της 10ης Αυγούστου 2007. Ακολουθεί το κείμενο του σημαντικού αυτού εγγράφου:

«Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΙΤ ΝTlΠΑΡΤΜΕΝΤ, ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ
14 Αυγούστου 1974
ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ
ΑΠΟ: Helmut Sonnenfeldt
ΘΕΜΑ: Ενέργειες Κύπρου
«Θελήσατε κάποιες σύντομες ιδέες για το τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα. Δεν μπορώ να σκεφθώ τίποτε που θα σταματήσει τώρα τους Τούρκους από το να προσπαθήσουν να διασφαλίσουν με τη βία αυτό που απαίτησαν με τα τελεσίγραφά τους. Πράγματι, όπως ίσχυε πάντα, το μόνο modus vivendi που μπορούμε να διανοηθούμε θα πρέπει να βασίζεται στην de facto διχοτόμηση του νησιού, με οποιαδήποτε μορφή.
Αν οι Τούρκοι κινηθούν γρήγορα και πεισθούν κατόπιν να υποχωρήσουν, αυτό μπορεί να προλάβει αντίμετρα από την Ελλάδα, δίνοντας μας έτσι την ευκαιρία να επιδιώξουμε μια συμφωνία (Επίσης, ίσως σώσει τον Καραμανλή).
Αν και οι Σοβιετικοί μπορούν να παίξουν τον ρόλο του μπαμπούλα, πρέπει να τους κρατούμε σε απόσταση. Δεν μπορούν να γίνουν ο διαιτητής ανάμεσα σε συμμάχους των ΗΠΑ. Τα συμφέροντά τους είναι ριζικά διαφορετικά από τα δικά μας: εμείς θέλουμε ένα modus vivendi μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, εκείνοι θέλουν μια αδέσμευτη Κύπρο, κατά προτίμηση με την Ελλάδα ή την Τουρκία ή και τις δύο αποξενωμένες από το ΝΑΤΟ.
Έτσι λοιπόν πρέπει εμείς
• να προσπαθήσουμε επειγόντως να περιστείλουμε την αντίδραση της Ελλάδας - 24 ώρες κάθε φορά
• να πούμε αυστηρά στους Τούρκους ότι πρέπει να σταματήσουν, σήμερα, αύριο το αργότερο
• να προειδοποιήσουμε τους Τούρκους ότι η Ελλάδα κινείται ταχέως προς τα αριστερά
• να στείλουμε ένα ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο στην Αθήνα, για να ασκήσουμε συνεχή άμεση επιρροή πάνω στον Καραμανλή
• υποθέτοντας ότι οι Τούρκοι θα καταλάβουν γρήγορα την Αμμόχωστο, να διαβεβαιώσουμε κατ' ιδίαν τους Τούρκους ότι θα τους δώσουμε τη λύση που θα περιλαμβάνει το ένα τρίτο του νησιού, στα πλαίσια ενός ομοσπονδιακού σχήματος κάποιου είδους
• να διαβεβαιώσουμε τους Έλληνες ότι θα περιστείλουμε τις απαιτήσεις των Τούρκων και δεν θα επιτρέψουμε άλλους θύλακες, κλπ.

Δεν πρέπει να παρέμβετε άμεσα προτού σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Μετά θα πρέπει να το κάνετε, εφόσον δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και μόνο εμείς έχουμε αποφασιστική επιρροή.
Δεν θεωρώ ότι οι Βρυξέλλες και το ΝΑ ΤΟ είναι ο χώρος που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όταν έρθει η ώρα. Οι Έλληνες είναι πιθανώς ιδιαίτερα ενοχλημένοι με το ΝΑΤΟ και το πλαίσιο της υπουργικής συνάντησης είναι δύσχρηστο. Άλλωστε, χρειάζεστε τον Ετσεβίτ και τον Καραμανλή.
Το Λονδίνο μπορεί να μην είναι αποδεκτό για τους Τούρκους λόγω της επίθεσης του Κάλλαχαν εναντίον τους.
Δεν πρέπει να μετακινείστε μεταξύ δύο πόλεων.
Αυτό ίσως σημαίνει τη Γενεύη. Η Ουάσιγκτον, με πρωτοβουλία του Προέδρου, θα ήταν εντάξει αλλά θα είναι δύσκολο να πεισθούν τα μέρη να έλθουν και είναι και πρόκληση για τη Ρωσία. Στη Νέα Υόρκη θα είναι δύσκολο να κρατήσουμε τους Ρώσους εκτός.
Θα μπορούσατε επίσης να δοκιμάστε τη Ρώμη».

Το υπόμνημα Sonnenfeldt πρέπει να διαβαστεί στο πλαίσιο των εξελίξεων στην Κύπρο την εποχή εκείνη.
Ο πρέσβης McCloskey αξίζει εύσημα για δύο συστάσεις που υπέβαλε και τις οποίες απέρριψε ο Κίσινγκερ. Στην προφορική ιστορική του συνέντευξη της 8ης Μαιου 1989, ο McCloskey είπε ότι είχε παροτρύνει τον Κίσινγκερ να υιοθετήσει μια σκληρή στάση για το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας κατά του Προέδρου Μακαρίου στις 15 Ιουλίου 1974, αλλά ο Κίσινγκερ απέρριψε τη σύσταση. Δεύτερον, στις 14 Αυγούστου 1974, στη διάρκεια μιας σύσκεψης στο γραφείο του Κίσινγκερ για το τι θα έκανε το Στέητ Ντιπάρτμεντ εν όψει της δεύτερης μαζικής εισβολής της Τουρκίας, ο McCloskey δήλωσε ότι ο Κίσινγκερ «περπατούσε μέσα στο δωμάτιο και εγώ είπα, νομίζω ότι πρέπει να ανακοινώσουμε ότι από σήμερα διακόπτουμε όλες τις παραδόσεις αμερικανικού στρατιωτικού υλικού στην Τουρκία. Εκείνος εξερράγη».
Το υπόμνημα Sonnenfeldt καταγγέλλει τον Κίσινγκερ ως συνεργό στην εισβολή, την εθνοκάθαρση και τα εγκλήματα πολέμου της Τουρκίας κατά των Ελληνοκυπρίων, αποκαλύπτοντας την ασυδοσία του και την ανικανότητα του.
Τι έκανε ο Κίσινγκερ στις 13 Αυγούστου 1974, τρεις βδομάδες μετά την αποκατάσταση της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου και του συνταγματικού καθεστώτος, όταν η Τουρκία εξέδωσε το τελεσίγραφο της για 6 καντόνια, ένα μεγάλο και πέντε μικρότερα, που θα κάλυπταν το 34% της Κύπρου, κάτι που ισοδυναμούσε με διχοτόμηση, την οποία απαγόρευε η Συνθήκη Εγγύησης:
• Ο Κίσινγκερ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση ότι νέα τουρκική επίθεση θα παραβίαζε την αμερικανική νομοθεσία.
• Ο Κίσινγκερ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση ότι νέα τουρκική επίθεση θα παραβίαζε τον χάρτη των Ην. Εθνών.
• Ο Κίσινγκερ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση ότι νέα τουρκική επίθεση θα παραβίαζε τη συνθήκη του ΝΑΤΟ.
• Ο Κίσινγκερ δεν δήλωσε δημόσια ότι θα σταματούσε η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια όπως απαιτεί η νομοθεσία των ΗΠΑ.
• Ο Κίσινγκερ δεν δήλωσε δημόσια ότι οι ΗΠΑ θα έφερναν το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Αντίθετα, ο Κίσινγκερ ζήτησε από τον Sonnenfeldt να του στείλει ένα υπόμνημα, το οποίο ήταν ιδιοτελές και ανακριβές, δηλώνοντας «Δεν μπορώ να σκεφθώ τίποτε που θα σταματήσει τώρα τους Τούρκους από το να προσπαθήσουν να διασφαλίσουν με τη βία αυτό που απαίτησαν με τα τελεσίγραφα τους ... και ότι το μόνο modus vivendi που μπορούμε να διανοηθούμε θα πρέπει να βασίζεται στην de facto διχοτόμηση του νησιού». Κατόπιν ο Sonnenfeldt λέει στον Κίσινγκερ να «διαβεβαιώσει κατ' ιδίαν τους Τούρκους ότι θα τους δώσουμε (μία) λύση, η οποία θα περιλαμβάνει το 1/3 του νησιού, στα πλαίσια ενός ομοσπονδιακού σχήματος κάποιου είδους».
Είναι προφανές ότι ο Κίσινγκερ είπε στον Sonnenfeldt τι ήθελε να περιέχει το υπόμνημα.
Ο Κίσινγκερ φέρει κύρια ευθύνη για την τραγωδία της Κύπρου το 1974 και για όλες τις δολοφονίες, τους βιασμούς, τις καταστροφές και τις λεηλασίες που ακολούθησαν. Οι ενέργειες και η αδράνεια του Κίσινγκερ παραβίασαν την αμερικανική νομοθεσία, τον όρκο του, τον Χάρτη του ΟΗΕ και τη Συνθήκη του ΝΑΤΟ και έδειξαν την παντελή ανικανότητά του καθώς πίστευε ότι μπορούσε να διχοτομήσει το νησί ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα, χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ.
Οι ΗΠΑ έχουν ηθική υποχρέωση να αποκαταστήσουν τα πράγματα. Οι ΗΠΑ πρέπει επίσης να αποκαταστήσουν τα πράγματα επειδή η Κύπρος έχει ουσιαστική στρατηγική σημασία για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή. Μια ενωμένη Κύπρος με μια «συνταγματική δημοκρατία που θα στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, το κράτος δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων», όπως ζήτησε ο τότε Αντιπρόεδρος Τζωρτζ Μπους το 1988, θα αποτελούσε ένα ευεργετικό προηγούμενο και παράδειγμα για την περιοχή, εξυπηρετώντας τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ.

Το Κογκρέσο, το εμπάργκο όπλων και ο ρόλος της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας.
Θα αναφερθώ τώρα στις προσπάθειές μου να ψηφιστεί από το Κογκρέσο ένα νομοσχέδιο για την διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας και των πωλήσεων όπλων στην Τουρκία λόγω της παράνομης χρήσης από την Τουρκία για την εισβολή της στην Κύπρο όπλων και υλικού που της είχαν προμηθεύσει οι ΗΠΑ.
Η κατάπαυση του πυρός που επέβαλε ο ΟΗΕ στις 22 Ιουλίου 1974 και η έναρξη των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, στις 25 Ιουλίου, ανάμεσα στις εγγυήτριες δυνάμεις, Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία, και η υπογραφή της Διακήρυξης της Γενεύης από τις τρεις χώρες στις 30 Ιουλίου, με τη λήξη της πρώτης φάσης των συνομιλιών τους, με παραπλάνησε σχετικά με τις προθέσεις της Τουρκίας και τους σκοπούς του Κίσινγκερ. Όπως είναι γνωστό σήμερα, το σχέδιο της Τουρκίας ήταν να πάρει το 1/3 της Κύπρου και το σχέδιο του Κίσινγκερ ήταν να προσφέρει στην Τουρκία το 1/3 της Κύπρου.
Την Δευτέρα, 26 Αυγούστου 974, επικοινώνησα τηλεφωνικώς με τον Τζων Μπραδήμας, μέλος του Κογκρέσου (Δημοκρατικός - Ιντιάνα) και του είπα ότι έπρεπε να σταματήσουν αμέσως η στρατιωτική βοήθεια και οι πωλήσεις στρατιωτικού υλικού προς την Τουρκία, σύμφωνα με την νομοθεσία των ΗΠΑ και ότι αυτό δεν ήταν θέμα που ανήκε στην διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας. Μου ζήτησε να του στείλω σχετικό υπόμνημα, το οποίο και έκανα με κλητήρα, στις 27 ή 28 Αυγούστου 1974.
Το υπόμνημα αυτό αποτέλεσε τη βάση μιας επιστολής προς τον Υπουργό Εξωτερικών Κίσινγκερ από τα μέλη του Κογκρέσου Τζων Μπραδήμας (Δ - Ιντιάνα), Πωλ Σαρμπάνης (Δ - Μαίρυλαντ), Πήτερ Κύρος (Δ- Μαίην) και Γκας Ιατρού (Δ¬ Πενσυλβανία). Ο Τζων Μπραδήμας μου τηλεφώνησε στις 29 Αυγούστου 1974 και μου είπε ότι ο Πωλ Σαρμπάνης και εκείνος είχαν υπογράψει την επιστολή και μου ζήτησε να βρω και άλλες υπογραφές. Τηλεφώνησα στον Πήτερ Κύρος και στον Γκας Ιατρού, οι οποίοι συμφώνησαν αμέσως και εξουσιοδότησαν τα γραφεία τους να υπογράψουν την επιστολή. Ο πέμπτος Ελληνοαμερικανός βουλευτής στο Κογκρέσο, ο Σκιπ Μπαφάλης (Ρ - Φλόριντα) είχε πάει για ψάρεμα και δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε μαζί του.
Έστειλε έναν κλητήρα από το νέο γραφείο του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου για την επιστολή, εξασφάλισα τις άλλες δύο επιγραφές και φρόντισα να παραδοθεί από τον κλητήρα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ με κοινοποίηση στον Λευκό Οίκο. Η επιστολή αυτή ήταν το έναυσμα για τη διαμάχη στη Βουλή των Αντιπροσώπων σχετικά με το εμπάργκο όπλων, παρόλο το γεγονός ότι το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στο Κογκρέσο μόνο στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η επιστολή των βουλευτών της 29ης Αυγούστου 1974 προς τον Κίσινγκερ δήλωνε ότι η Τουρκία είχε παραβιάσει τους νόμους των ΗΠΑ και δεν «ήταν πλέον επιλέξιμη για περαιτέρω βοήθεια».
Γύρω στις 29 Αυγούστου 1974, τηλεφώνησα στον Σαμ Νάκης στο Σαίντ Λούις, Μισούρι. Ο Σαμ ήταν στενός φίλος και πρώην Ανώτατος Πρόεδρος της ΑΧΕΠΑ, της οποίας ήμουν τότε μέλος επί είκοσι χρόνια. Είπα στον Σαμ ότι χρειαζόμασταν έναν Γερουσιαστή για να προτείνει νομοθεσία, η οποία θα σταματούσε την παροχή στρατιωτικής βοήθειας και τις πωλήσεις όπλων στην Τουρκία και τον παρακάλεσα να ζητήσει από τον Γερουσιαστή Τομ Ήγκλετον (Δ - Μισούρι) να το κάνει. Με πήρε για να μου πει ότι ένα τέτοιο νομοσχέδιο είχε κατατεθεί από τον Γερουσιαστή Αντλάϊ Στήβενσον Τζούνιορ (Δ - Ιλλινόις). Του απάντησα ότι το νομοσχέδιο Στήβενσον δεν ήταν επαρκές επειδή δεν περιλάμβανε υποχρεωτικές διατάξεις. Με ξαναπήρε και μου ζήτησε να στείλω το υλικό στον Γερουσιαστή Ήγκλετον, πράγμα που έκανε στις 29 ή τις 30 Αυγούστου 1974.
Την Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 1974, ο Γερουσιαστής Τόμας Ήγκλετον ξεκίνησε στη Γερουσία τη συζήτηση για το εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας, με μία δήλωση προς το σώμα. Τα σχόλια του δημοσιεύτηκαν στους New York Times, στις 6 Σεπτεμβρίου 1974.
Ο Ήγκλετον κατέθεσε επίσης το Ψήφισμα 1897, με 26 υπογραφές, ένα μη δεσμευτικό ψήφισμα που εξέφραζε τη θέση της Γερουσίας ότι η στρατιωτική βοήθεια και οι πωλήσεις όπλων στην Τουρκία έπρεπε να διακοπούν αμέσως μέχρι να συμμορφωθεί η Τουρκία με τους νόμους των ΗΠΑ. Ο Κίσινγκερ πρόβαλε επιχειρήματα κατά του ψηφίσματος και κάλεσε τους Δημοκρατικούς να μην περιλάβουν περιορισμούς στον νόμο, που θα έδεναν τα χέρια του Προέδρου Φορντ για τον χειρισμό του κυπριακού προβλήματος». Ο Ήγκλετον απάντησε λέγοντας: «Δεν περιλαμβάνουμε περιορισμούς στον νόμο, κύριε Υπουργέ. Το μόνο που ζητούμε είναι να εφαρμόσετε τον νόμο, έτσι όπως έχει διατυπωθεί». Ο Κίσινγκερ παραδέχθηκε τότε ότι «η επικρατέστερη ερμηνεία των νομικών μου συμβούλων είναι η δική σας Γερουσιαστά Ήγκλετον». Ο Κίσινγκερ πρόσθεσε κατόπιν ότι, κατά την άποψή του, υπάρχουν στιγμές στην παγκόσμια ιστορία, όπου χρειάστηκε οι διπλωμάτες να ενεργήσουν εκτός του νόμου.
Μετά τη σύσκεψη της ομάδας των Δημοκρατικών, έγινε ψηφοφορία για το Ψήφισμα 1897 στη Γερουσία, το οποίο εγκρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία εξήντα τεσσάρων ψήφων υπέρ, έναντι είκοσι επτά κατά.
Κατόπιν πίεσα τους βουλευτές Μπραδήμα και Εντ Ντερβίνσκι (Ρ- Ιλλινόις) να αναλάβουν δράση στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ο Ντερβίνσκι, φίλος από το 1960, υποστήριξε σθεναρά το ζήτημα της τήρησης του νόμου και πρωτοστάτησε στις προσπάθειες των Ρεπουμπλικάνων στο Κογκρέσο, που ήταν απαραίτητες για την επιτυχία μας.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1974, μία δικομματική τροπολογία που είχαν καταθέσει οι βουλευτές Πιερ Ντυπόν (Ρ-Ντελαγουέρ) και Μπεν Ρόζενταλ (Δ - Νέα Υόρκη) και η οποία επέβαλε εμπάργκο στην στρατιωτική βοήθεια και τις πωλήσεις όπλων στην Τουρκία «έως ότου ο Πρόεδρος διαβεβαιώσει το Κογκρέσο ότι έχουν γίνει ουσιαστικές πρόοδοι προς την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο», προστέθηκε στο διαρκές ψήφισμα για τις επιχορηγήσεις, H.J. Res. 1131, με μια συντριπτική πλειοψηφία 307 ψήφων υπέρ έναντι 90 κατά.
Το διαρκές ψήφισμα (continuing resoIution), είναι το νομοθετικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση στο τέλος του έτους, με προσωρινές πιστώσεις, όλων των κρατικών υπηρεσιών, των οποίων τα νομοσχέδια για τις επιχορηγήσεις δεν έχουν συμπληρωθεί και ψηφισθεί. Γι' αυτό και ονομάζεται «επιτακτική» νομοθεσία (<Στη διάρκεια του Αυγούστου 1974, είχα έναν υπάλληλο στο Ινστιτούτο και κατόπιν τον Σεπτέμβριο δύο. Εφάρμοσα ένα βασικό σύστημα βαθμολόγησης από το ένα έως το έξη με τους βουλευτές Τζων Μπραδήμας (Δ - Ιντιάνα) και Εντ Ντερβίνσκι (Ρ ¬ Ιλλινόις) στο Κογκρέσο και με τους συνεργάτες του 'Ηγκλετον στη Γερουσία, για να μετράμε τη στάση των μελών του Κογκρέσου και της Γερουσίας όσον αφορά το εμπάργκο όπλων. Βαθμός 1, σήμαινε ότι το μέλος είχε δεσμευτεί να ψηφίσει υπέρ. Βαθμός 2, σήμαινε ότι το μέλος πιθανώς θα ψήφιζε υπέρ. Τρία σήμαινε ότι έκλινε προ τη δική μας θέση, τέσσερα ότι έκλινε κατά, πέντε ότι πιθανώς θα ψήφιζε κατά και έξι ότι θα ψήφιζε κατά. Το σύστημα βαθμολόγησης κοινοποιήθηκε στη βάση της Ελληνοαμερικανικής κοινότητας.
Το Ινστιτούτο με το περιορισμένο προσωπικό του δεν κατάφερε βέβαια μόνο του να επιβάλλει το εμπάργκο. Το νομοθετικό αυτό αποτέλεσμα επιτεύχθηκε χάρη στις προσπάθειες εκατοντάδων ελληνοαμερικανικών οργανώσεων και χιλιάδων ομογενών σε όλη τη χώρα - κάτι που χαρακτηρίστηκε από πολλούς σαν νομοθετικό θαύμα.
Το Ινστιτούτο, ωστόσο (1) προέβαλε το θέμα της τήρησης του νόμου σαν κάτι που υπηρετούσε τα συμφέροντα των ΗΠΑ και (2) ξεκίνησε και τέθηκε επικεφαλής της πρώτης πολιτικής κινητοποίησης της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, η οποία δήλωνε ότι η θέση της κυβέρνησης μας για το τι εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα των ΗΠΑ ήταν λανθασμένη όταν δεν εφάρμοζε το δίκαιο στην περίπτωση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Το θέμα της επιβολής του νόμου υπέρ των αμερικανικών συμφερόντων, έδωσε στην Ομογένεια ένα μέσο και ένα έρεισμα για να δραστηριοποιηθούν και να εκφράσουν την αντίρρηση τους για τις θέσεις της κυβέρνησης. Μέχρι τότε, τον 20ο αιώνα, δεν είχαν πει ποτέ οι Έλληνες της Αμερικής στην κυβέρνηση μας ότι είχε άδικο γι' αυτό που πρέσβευε ως το καλύτερο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Από τον Σεπτέμβριο του 1974 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1974, έγιναν δώδεκα ψηφοφορίες στο Κογκρέσο, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα να εφαρμοσθεί το εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας από τις 5 Φεβρουαρίου 1975. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, το Κογκρέσο και η Γερουσία είχαν αποφασίσει να διακόψουν την στρατιωτική βοήθεια και τις πωλήσεις όπλων στην Τουρκία. Η μάχη ανάμεσα στο Κογκρέσο και την εκτελεστική εξουσία συνεχίστηκε τον Οκτώβριο 1974, όταν ο Πρόεδρος Φόρντ άσκησε βέτο για δύο νομοσχέδια τα οποία θα είχαν διακόψει την βοήθεια προς την Τουρκία. Οι προσπάθειες να παρακαμφθεί το βέτο του Προέδρου απέτυχαν με πολύ μικρές διαφορές. Τελικά, στα τέλη Δεκεμβρίου, μετά από 12 ψηφοφορίες στο Κογκρέσο, ο Πρόεδρος Φορντ υπέγραψε το μέτρο που είναι γνωστό ως Rule οf Law Arms Embargo, Εμπάργκο Όπλων για την τήρηση του Νόμου των ΗΠΑ, το οποίο ανέστειλε κάθε στρατιωτική βοήθεια και τις πωλήσεις όπλων στην Τουρκία από τις 5 Φεβρουαρίου 1975.

Η νομοθεσία του 1975 για την ανάκληση του εμπάργκο και η μερική άρση του
Στις 26 Φεβρουαρίου 1975, τρεις βδομάδες μετά την επιβολή του εμπάργκο, ο Κίσινγκερ κατέθεσε νομοσχέδιο για την ανάκλησή του. Η ενέργεια αυτή έδειξε την επιθυμία του Κίσινγκερ να προμηθεύει όπλα στην Τουρκία παρά την εισβολή και την παραβίαση του νόμου. Στις 10 Μαΐου 1975, η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής οργάνωσε ακρόαση για το S. 846 στην οποία ο πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μπωλ και ο πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Άμυνας Σάιρους Βανς κατέθεσαν και οι δύο κατά του νομοσχεδίου. Και εγώ έδωσα κατάθεση σε εκείνη την ακρόαση.
Οι Μπωλ και Βανς προειδοποίησαν τα μέλη της Επιτροπής ότι η ψήφιση του S. 846 ενείχε τον «σοβαρό κίνδυνο» να θεωρήσει η τουρκική κυβέρνηση το νομοσχέδιο σαν δικαίωση των πράξεων της και ως χαλάρωση της πίεσης να δεχθεί παραχωρήσεις για την επίλυση του Κυπριακού. (Times της Νέας Υόρκης, 11 Ιουλίου 1975). Δήλωσαν ότι, κατά την άποψή τους, η Τουρκία είχε παραβιάσει τους νόμους των ΗΠΑ και εξέφρασαν την βαθιά ανησυχία τους ότι αυτό θα αποτελούσε προηγούμενο που θα οδηγούσε άλλες χώρες να παραβλέψουν τους όρους των προγραμμάτων μας για τη χορήγηση στρατιωτικής βοήθειας και τις πωλήσεις στρατιωτικού υλικού. Πρότειναν την άρση του εμπάργκο για τρεις μήνες και την επιβολή του κατόπιν επ' αόριστο αν στο μεταξύ δεν είχε γίνει ικανοποιητική πρόοδος για την επίλυση του προβλήματος.
Στις 24 Ιουλίου 1975, μετά από πεντάωρη συζήτηση, η Βουλή των Αντιπροσώπων, μετά από άλλη μία δραματική ψηφοφορία, απέρριψε το κυβερνητικό νομοσχέδιο S. 846 με 223 ψήφους υπέρ έναντι 206 κατά (Times Νέας Υόρκης, 25 Ιουλίου 1975).
Με μια ασυνήθιστη κίνηση, ο Κίσινγκερ ζήτησε από τη Γερουσία να καταθέσει άλλο νομοσχέδιο, το S. 2230, στις 31 Ιουλίου 1975, για την άρση του εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία, το οποίο ψήφισε η Γερουσία με 47 ψήφους υπέρ και 46 κατά.
Στις 2 Οκτωβρίου 1975, η Βουλή μετά από έντονη πίεση της κυβέρνησης, ψήφισε, με 237 ψήφους υπέρ και 176 κατά, το S. 2230 για την μερική άρση του εμπάργκο όπλων, αποδεσμεύοντας 52 εκ. δολάρια για εξοπλισμό που είχε ήδη πληρώσει η Τουρκία και εγκρίνοντας 133 εκ. δολάρια για μακροπρόθεσμες αγορές. Την επόμενη, η Γερουσία ψήφισε το S. 2230 με ονομαστική ψηφοφορία. Στις 7 Οκτωβρίου 1975, ο Πρόεδρος Τζέραλντ Φορντ υπέγραψε το S. 2230 το οποίο προέβλεπε μερική άρση του εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία.

Προεκλογική Δήλωση του Κυβερνήτη Τζίμυ Κάρτερ, υποψηφίου για το αξίωμα του Προέδρου. Η προεδρία Κάρτερ και η άρση του υπόλοιπου εμπάργκο όπλων.
Στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας, ο Κυβερνήτης Τζίμυ Κάρτερ έκανε μια ωραία και εμπεριστατωμένη δήλωση που αφορούσε την τήρηση του νόμου. Είπε ότι «η πολιτική της κυβέρνησης Φορντ να απομακρύνεται από την Ελλάδα και την Κύπρο έχει αποδειχθεί καταστροφική για το ΝΑΤΟ και τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε θέματα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο».
Υποστήριξε ειδικά την απόφαση 3212 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, δηλώνοντας ότι: «η ειρήνη πρέπει να στηριχθεί στην Απόφαση 3212 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ της 1ης Νοεμβρίου 1974, την οποία προσυπέγραψαν η Κύπρος, η Ελλάδα και η Τουρκία, που ζητά, μεταξύ άλλων, την απομάκρυνση όλων των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων από την Κύπρο. Ο ευρέως αναφερόμενος εποικισμός της Κύπρου από τουρκικές στρατιωτικές και πολιτικές δυνάμεις πρέπει να σταματήσει».
Ο Κάρτερ είπε επίσης ότι οι ΗΠΑ πρέπει να καταβάλλουν προσπάθεια για «να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία της Κύπρου», ότι πρέπει να επιτραπεί στους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες «να επιστρέψουν στις εστίες τους», ότι «οι ΗΠΑ πρέπει να εφαρμόσουν μια πολιτική, η οποία να στηρίζεται στις αρχές του κράτους δικαίου» και ότι «αν εκλεγώ πρόεδρος, σκοπεύω να τηρήσω και να εφαρμόσω τα όσα ανέφερα στη δήλωση μου».
Ομιλία Κάρτερ στην Ουάσινγκτον (16/9/1976).
Μετά την εκλογική του νίκη και κάτω από την πίεση των Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, ο Κάρτερ αθέτησε τις σημαντικές προεκλογικές του υποσχέσεις. Το 1978, έκανε μια τεράστια προσπάθεια για την άρση του υπόλοιπου εμπάργκο όπλων, η οποία πέτυχε. Στις 25 Ιουλίου 1978, η Γερουσία ψήφισε υπέρ της άρσης με 57 ψήφους έναντι 42 κατά. Την 1 η Αυγούστου 1978, η Βουλή με μια μικρή διαφορά (208 έναντι 205) πέρασε μια τροπολογία για την άρση του εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία. Η τροπολογία όριζε επίσης ότι η παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Ανατολική Μεσόγειο θα τηρούσε την στρατιωτική ισορροπία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.
Η στρατιωτική ισορροπία στηρίχθηκε στη σχέση του επτά προς δέκα για την παρεχόμενη στρατιωτική βοήθεια στην Ελλάδα και την Τουρκία, την οποία το Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο και η Ελληνοαμερικανική Κοινότητα κατάφεραν να διατηρήσουν παρά τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες των Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας για την κατάργηση της.
Στη διάρκεια της μάχης στο Κογκρέσο για το εμπάργκο, ο Κάρτερ και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τόνισαν ότι η άρση του εμπάργκο θα οδηγούσε γρήγορα σε πρόοδο και σε λύση ακόμη για το Κυπριακό. Είπαν στο Κογκρέσο ότι η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι είχαν συμφωνήσει ότι ο ΟΗΕ θα ανελάμβανε τη διοίκηση της Βαρόσα για την επανεγκατάσταση προσφύγων.
Μετά την άρση του εμπάργκο, τον Αύγουστο του 1978, η Τουρκία δεν έκανε τίποτε. Τον Νοέμβριο του 1978, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο πρότειναν ένα σχέδιο 12 σημείων για την επιστροφή της Βαρόσα για την επανεγκατάσταση των προσφύγων, σαν πρώτο βήμα. Οι Τούρκοι και πάλι δεν έκαναν τίποτε και η πρόταση παρέμεινε ανενεργή.

Η Προεκλογική Δήλωση του Κυβερνήτη Ρόναλντ Ρήγκαν και η Προεδρία Ρήγκαν
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές του 1980, ο Κυβερνήτης Ρόναλντ Ρήγκαν δήλωσε ότι ο Πρόεδρος Κάρτερ «είχε υπαναχωρήσει στις προεκλογικές υποσχέσεις του» σχετικά με την Κύπρο. Ο υποψήφιος Ρήγκαν δήλωσε:
«Η τραγική κατάσταση στην Κύπρο διαρκεί εδώ και έξι χρόνια. Δεν πρέπει να συνεχιστεί ... οι Κύπριοι πρόσφυγες, Έλληνες ή Τούρκοι, πρέπει να μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια και στη γη τους.
Υποστηρίζω την πλήρη εφαρμογή της Απόφασης 3212 του ΟΗΕ του Νοεμβρίου 1974, που έγινε ομόφωνα δεκτή και η οποία:
. .. Ζητά την ταχεία απομάκρυνση όλων των ξένων ένοπλων δυνάμεων και κάθε ξένης στρατιωτικής παρουσίας από την Κυπριακή Δημοκρατία και την παύση κάθε ξένης παρέμβασης στις υποθέσεις της».
Ανακοίνωση στον τύπο της Επιτροπής Ρήγκαν - Μπους (26/9/1980).

Πιεζόμενος από τα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, ο Πρόεδρος Ρήγκαν δεν τήρησε τις προεκλογικές του δηλώσεις του 1980 και αυτό είναι ακόμα ένα παράδειγμα των δύο μέτρων και δύο σταθμών που εφάρμοζε το Στέητ Ντιπάρτμεντ στην περίπτωση της Τουρκίας.
Στη διάρκεια της οκταετούς προεδρίας του Ρήγκαν, πρωθυπουργός στην Ελλάδα ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η αντιαμερικανική ρητορική του Παπανδρέου για μη διμερή θέματα δηλητηρίασε τις σχέσεις ΗΠΑ - Ελλάδας και έπαιξε το παιχνίδι των φιλότουρκων αξιωματούχων των Υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.

Ανακήρυξη Ανεξαρτησίας από τους Τουρκοκύπριους για το ψευδοκράτος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Β. Κύπρου (ΤΔΒΚ) 1983
Στις 15 Νοεμβρίου 1983, οι στρατιωτικοί στην Τουρκία οργάνωσαν την ανακήρυξη από τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντεκτάς και την επονομαζόμενη τουρκοκυπριακή νομοθετική συνέλευση, της ανεξαρτησίας αυτού που ονόμασαν η «Τουρκική Δημοκρατία της Β. Κύπρου». Μέχρι σήμερα, η Τουρκία είναι η μόνη χώρα, η οποία έχει αναγνωρίσει το ψευδοκράτος.
Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της ΤΔΒΚ, καταδικάστηκε αμέσως από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στο οποίο συμμετέχουν οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις ΗΠΑ, η Ελληνοαμερικανική Κοινότητα αντέδρασε με δύναμη και συνέβαλε στην καταδίκη της ΤΔΒΚ από τις ΗΠΑ. Η Γερουσία την καταδίκασε και αυτή και ζήτησε από την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για να ανατρέψει την ενέργεια των Τουρκοκυπρίων. Η Βουλή καταδίκασε το ψευδοκράτος με 425 ψήφους υπέρ και 1 κατά.

Προεκλογική δήλωση του Αντιπροέδρου Τζωρτζ Μπους το 1988 και η προεδρία Μπους
Το 1988, ο υποψήφιος για την προεδρία Αντιπρόεδρος Τζωρτζ Μπους έκανε την ακόλουθη σημαντική δήλωση για την Κύπρο, η οποία αναφέρεται στην ουσία του κυπριακού προβλήματος:
«Επιδιώκουμε για την Κύπρο, μια συνταγματική δημοκρατία, η οποία θα στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, το κράτος δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων ... Θέλω να δω μια δημοκρατική Κύπρο, απαλλαγμένη από την απειλή του πολέμου». (Ομιλία στη Βοστώνη, 8/7/1988).
Ο Πρόεδρος Μπους έφερε το Κυπριακό στο επίπεδο του Λευκού Οίκου, πιέζοντας για διαπραγματεύσεις για την επίλυση του, που σχεδόν επέτυχε. Σε μια διάσκεψη στο Παρίσι, στα τέλη του 1991, ο τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας Γιλμάζ, με αντιρρήσεις της τελευταίας στιγμής, οδήγησε τη συμφωνία σε ναυάγιο.
Πρέπει να τονίσω ότι οι προεκλογικές αυτές δηλώσεις δεν ανακύπτουν έτσι ξαφνικά. Είναι αποτέλεσμα των ενεργειών του Ινστιτούτου και της αποφασιστικής και συστηματικής δράσης των μελών και των οργανώσεων της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας.

Η Προεκλογική Δήλωση του Κυβερνήτη Μπίλ Κλίντον το 1992
Ο υποψήφιος για την προεδρία το 1992, Κυβερνήτης Μπιλ Κλίντον, εξέδωσε μια ωραία και εμπεριστατωμένη δήλωση για την Κύπρο και άλλα θέματα που απασχολούν την Ελληνοαμερικανική Κοινότητα στις 2 Οκτωβρίου 1992. Στο μέρος που αναφέρεται στην Κύπρο δήλωσε:
«Στον κόσμο αυτό των εντυπωσιακών αλλαγών, είναι τραγικό ότι δεν έχει ακόμη προκύψει μια δίκαιη λύση για το Κυπριακό. Από το 1974, το βόρειο τμήμα της Κύπρου βρίσκεται υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ηθική υποχρέωση αλλά και συμφέρον για λόγους εθνικής ασφάλειας να φροντίσουν ώστε να λήξει αυτή η παράνομη κατοχή της Κύπρου.
... Η επίλυση του προβλήματος της Κύπρου πρέπει να είναι συνεπής με τις θεμελιώδεις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και με τους δημοκρατικούς κανόνες και τις πρακτικές. Συνεπώς, η επίλυση του Κυπριακού θα είναι δίκαιη και βιώσιμη μόνο αν προβλέπει την απόσυρση των τουρκικών δυνάμεων κατοχής, εντοπίσει όλους τους Αμερικανοκυπρίους και Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι αγνοούνται από το 1974, προστατέψει τα δικαιώματα των προσφύγων, διασφαλίσει την κυρίαρχη ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα του κράτους και εγκαθιδρύσει δημοκρατικό πολίτευμα που θα σέβεται και θα εγγυάται τα δικαιώματα των δύο κοινοτήτων».
Ο Πρόεδρος Κλίντον δεν έδωσε συνέχεια στις προεκλογικές δηλώσεις και υποσχέσεις του για την Κύπρο. Σε μία εκδήλωση για τη συγκέντρωση πόρων είπε σε ομογενείς, απαντώντας σε ερώτηση, ότι δεν επρόκειτο να πιέσει την Τουρκία.
Στις 19 Οκτωβρίου 1996, ο Κλίντον έκανε άλλη προεκλογική δήλωση, στην οποία επίσης δεν έδωσε συνέχεια.

Η Προεκλογική Εκστρατεία του 2000
Στη διάρκεια της εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές το 2000, ο Κυβερνήτης Τζωρτζ Μπους δεν έκανε καμία δήλωση για την Κύπρο ή άλλα θέματα που απασχολούν την Ελληνοαμερικανική Κοινότητα.
Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Αντιπρόεδρος Αλ Γκορ εξέδωσε στις 26 Οκτωβρίου 2000 μια ωραία και εμπεριστατωμένη δήλωση για την Κύπρο.
Το πλήρες κείμενο όλων αυτών των προεκλογικών δηλώσεων υπάρχει στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου στη διεύθυνση www.ahiworId.org

Ψηφοφορία του 1995 κατά της χορήγησης οικονομικής βοήθειας στην Τουρκία
Το 1995, το Ινστιτούτο προώθησε μια δικομματική νομοθετική πρόταση για την περικοπή ποσού 25 εκ. δολαρίων που αφορούσε οικονομική βοήθεια προς την Τουρκία από τον Νόμο H.R. 1868 για την βοήθεια σε ξένες χώρες.
Η πρόταση αυτή είχε τη μορφή τροπολογίας και κατατέθηκε στο Κογκρέσο από τον βουλευτή Τζων Πόρτερ (Ρ - Ιλλινόις), τον βουλευτή Φρανκ Παλλόουν (Δ - Νιου Τζέρσεϋ) και πολλούς άλλους. Οι αντίπαλοι μας ήταν ο Λευκός Οίκος, τα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, η ηγεσία του Κογκρέσου και οι λομπίστες που πλήρωνε η Τουρκία.
Η κυβέρνηση κατάφερε να καθυστερήσει την ψηφοφορία ώστε να εξασφαλίσει περισσότερους υποστηρικτές. Η συζήτηση στην αίθουσα άρχισε στις 3:15 π.μ. και έληξε στις 5:25 π.μ. 26 βουλευτές μίλησαν υπέρ της τροπολογίας και 6 κατά. Κατά την ιστορική ψηφοφορία που έλαβε χώρα στις 5:45 π.μ. της 29ης Ιουνίου 1995, η τροπολογία Πόρτερ υπερψηφίστηκε και από τα δύο κόμματα με 247 ψήφους έναντι 155 κατά, με 32 βουλευτές που δεν ψήφισαν και έναν που ψήφισε παρών. Αυτή ήταν μια θριαμβευτική νίκη για ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Η κυβέρνηση δεν υπέβαλε άλλα αιτήματα για την χορήγηση οικονομικής βοήθειας στην Τουρκία τα επόμενα χρόνια.

Ο Ρόλος της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας
Η Ελληνοαμερικανική Κοινότητα καλείται να πρωτοστατήσει στην προσπάθεια που έχει ως σκοπό:

1. να ανατρέψει την πολιτική της εκτελεστικής εξουσίας η οποία δεν σέβεται τον νόμο και καλοπιάνει την Τουρκία, εφαρμόζοντας δύο μέτρα και δύο σταθμά, σε βάρος των αμερικανικών συμφερόντων.
2. να υπογραμμίσει την ιδιαίτερη σημασία της Ελλάδας και της Κύπρου για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ στα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή.

Πώς θα το πετύχει αυτό η Ελληνοαμερικανική Κοινότητα;
Θα το πετύχει με το να καταστεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας της εξωτερικής πολιτικής όπως το έκαναν οι κοινότητες των Εβραιοαμερικανών, των Αφρικανοαμερικανών και των Κουβανοαμερικανών. Σημαίνει ότι πρέπει να αναλάβουμε δράση στα τέσσερα κέντρα εξουσίας που χαράσσουν και διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική της χώρας μας, δηλαδή:
1. Το Κογκρέσο
2. Την Εκτελεστική Εξουσία
3. Τα ΜΜΕ και
4. Την πανεπιστημιακή κοινότητα και τα think tanks (δεξαμενές σκέψης).
Γενικά, η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής στη χώρα μας γίνεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των τεσσάρων κέντρων εξουσίας.
Η χάραξη της εξωτερικής πολιτικής στις ΗΠΑ είναι πιο σύνθετη διαδικασία απ' ότι σε άλλες δημοκρατίες και αντανακλά τις θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα το συνταγματικό μας σύστημα, όπου το Κογκρέσο είναι ισότιμος εταίρος με την Εκτελεστική Εξουσία και τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες στην Ευρώπη όπου το κοινοβούλιο βρίσκεται συνήθως κάτω από την Εκτελεστική Εξουσία.
Το σύνταγμα μας εγκαθίδρυσε μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση που στηρίζεται στον διαχωρισμό της Εκτελεστικής, της Νομοθετικής και της Δικαστικής Εξουσίας ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση εξουσίας από την κυβέρνηση.
Καθιστώντας το Κογκρέσο ανεξάρτητο από την Εκτελεστική Εξουσία και παρέχοντας του αρμοδιότητα να νομοθετεί, να ψηφίζει όλους τους νόμους, συμπεριλαμβανομένης και της αρμοδιότητας να επιβάλλει φόρους και να αποφασίζει για τις δαπάνες, καθώς και εποπτική αρμοδιότητα, οι ιδρυτές πατέρες δημιούργησαν έναν μηχανισμό για τη χαλιναγώγηση της Εκτελεστικής Εξουσίας.
Το σύστημά μας υποχρεώνει την Εκτελεστική Εξουσία και το Κογκρέσο να διαπραγματεύονται και να καταλήγουν σε έναν αμοιβαία αποδεκτό συμβιβασμό για σημαντικά θέματα.
Το Κογκρέσο είναι ο λόγος για τον οποίο κάθε Αμερικανός έχει περισσότερες ευκαιρίες να επηρεάσει την πολιτική της χώρας μας, μέσω των Αντιπροσώπων και των Γερουσιαστών μας, απ' ότι οι πολίτες σε άλλες βιομηχανικές δημοκρατίες. Λόγω της ανεξάρτητης δύναμης κάθε Αντιπροσώπου και Γερουσιαστή, ο μέσος Αμερικανός πολίτης διαθέτει ένα μέσο, έναν μηχανισμό που επιτρέπει όχι μόνο να ακούγονται οι απόψεις του, αλλά και να λαμβάνονται υπόψη.
Απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία στο Κογκρέσο και στα άλλα κέντρα εξουσίας είναι να έχει κανείς μια βάση μερικών χιλιάδων ηγετών σε ολόκληρη τη χώρα ¬ ηγέτες σε κάθε πολιτεία, σε κάθε μια από τις 435 βουλευτικές περιφέρειες και στις πόλεις - που όλοι θα υποστηρίζουν τις ίδιες Θέσεις πολιτικής.
Δεύτερον, πρέπει να συσπειρώσουμε την κοινότητα, με ενθουσιασμό και αποφασιστικότητα, γύρω από τις θέσεις που υποστηρίζουμε. Σκοπός του Ινστιτούτου, με την καθιέρωση των ετήσιων ελληνοαμερικανικών δηλώσεων σε θέματα πολιτικής, ήταν ακριβώς να εξασφαλίσει πολιτική σύμπνοια μέσα στην Ελληνοαμερικανική Κοινότητα και το κατάφερε.
Στην προσπάθεια μας να αποκτήσουμε μια ισχυρή βάση, ακολουθήσαμε το παράδειγμα της Εβραιοαμερικανικής Κοινότητας, η οποία αποφάσισε το 1950 να επιλέξει και να αποσπάσει έως 5 Αμερικανοεβραίους σε κάθε Αντιπρόσωπο και κάθε Γερουσιαστή. Οι οδηγίες τους ήταν, μεταξύ άλλων, να βρουν άτομα που ανήκαν στον στενό κύκλο του επιλεγέντος αξιωματούχου, ή που συμμετείχαν ενεργά στην εκστρατεία του/της ή οι οποίοι συνεισέφεραν σημαντικά ποσά την εκστρατεία του/της.

Ο Ρόλος της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αμερική
Οι παρατηρήσεις μου δεν θα ήταν πλήρεις χωρίς κάποια σχόλια για τον ρόλο της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Αμερική.
Έγιναν κάποιες άστοχες προσπάθειες να αναλάβει η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική ηγετικό ρόλο. Αυτές δεν βοήθησαν και έβλαψαν την ανάπτυξη των πολιτικών και δημόσιων θέσεων της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας. Ο ρόλος της Εκκλησίας μας είναι να φροντίζει τις πνευματικές και όχι τις πολιτικές ανάγκες της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας. Η Εκκλησία, ένας θρησκευτικός θεσμός, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να γίνει ο πολιτικός ηγέτης της κοινότητας μας, ούτε έχει τις απαιτούμενες ικανότητες για να αναμιχθεί ενεργά στην αμερικανική πολιτική και στη διαδικασία της εξωτερικής πολιτικής.
Η Εκκλησία πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο για την επιβίωση μας ως βιώσιμης και αναγνωρίσιμης εθνικής κοινότητας, παροτρύνοντας ειδικότερα τις κοινοτικές οργανώσεις και τους λαϊκού ς ηγέτες να δραστηριοποιηθούν στα πολιτικά και τα δημόσια ζητήματα.

Ο ρόλος του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου και των θυγατρικών του οργανώσεων σήμερα
Ο ρόλος του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου και των θυγατρικών του οργανώσεων, της Επιτροπής Δημοσίων Υποθέσεων και του Ιδρύματος του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου περιλαμβάνει τα εξής:
(1) Δεξαμενή σκέψης (think tank) - για την ανάλυση της κατάστασης και την παρουσίαση των γεγονότων και των θεμάτων που αφορούν τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία στο Κογκρέσο, την Εκτελεστική Εξουσία, την Ελληνοαμερικανική Κοινότητα και το ευρύ κοινό από μια αμερικανική σκοπιά, με μόνο κριτήριο τι εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
(2) Λόμπυ - για τον συντονισμό των προσπαθειών μέσα από την ενημέρωση της κοινότητας για τις εξελίξεις αναφορικά με διάφορα θέματα και τη νομοθεσία.
(3) Προώθηση νομοσχεδίων - αυτή είναι μια σημαντική λειτουργία, είτε υπάρχουν, είτε όχι αρκετές ψήφοι για να περάσει κάποιο συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Τουλάχιστον πρόκειται για εκπαιδευτική διαδικασία
(4) Η ετήσια προετοιμασία των ελληνοαμερικανικών δηλώσεων σε θέματα πολιτικής. Καθιέρωσα τις δηλώσεις αυτές το 2000 ώστε να επιτευχθεί σύμπνοια σε θέματα πολιτικής. Όλες οι μεγάλες οργανώσεις καλούνται να μελετήσουν, να σχολιάσουν και να εγκρίνουν τις δηλώσεις. Είναι σημαντικό να υπάρχει συμφωνία για τα γεγονότα και τα θέματα. Το Ινστιτούτο παρότρυνε όλες τις οργανώσεις να αναλάβουν δράση και να πλησιάσουν τους υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής στο Κογκρέσο και την Εκτελεστική Εξουσία, τα τοπικά ΜΜΕ και τους πανεπιστημιακούς χρησιμοποιώντας τις συμφωνημένες πολιτικές μας θέσεις.
(5) Μια ετήσια διάσκεψη για το μέλλον του Ελληνισμού στην Αμερική, που καθιέρωσε το Ίδρυμα του Ελληνοαμερικανικού Ινστιτούτου το 2002.
Όλα τα μέλη μας είναι εθελοντές. Οι συνδρομές και οι εισφορές πληρώνουν τις αμοιβές του προσωπικού μας. Σήμερα, έχουμε μόνο τέσσερις έμμισθους υπαλλήλους. Χρειαζόμαστε όμως τουλάχιστον δέκα για να λειτουργούμε πιο αποτελεσματικά σε καθημερινή βάση. Ο προϋπολογισμός μας ανέρχεται σε τετρακόσιες χιλιάδες δολάρια. Χρειαζόμαστε ετήσιο προϋπολογισμό ενός εκατομμυρίου δολαρίων.
Το Ινστιτούτο είναι πλέον παρόν στην Ουάσιγκτον με ένα κτίριο. Ο κ. Γεώργιος Σπυρόπουλος, από το Καράκας της Βενεζουέλας, ένα από τα πρώτα μέλη μας το 1974, μου είπε το 1993 ότι το Ινστιτούτο χρειαζόταν ένα κτίριο για να δίνει την αίσθηση της μονιμότητας και δίνοντας μου μια επιταγή διακοσίων χιλιάδων δολαρίων μου είπε: «Πήγαινε να βρεις ένα κτίριο». Με την βοήθεια του Τζιμ και του Τεντ Πήντας, μεγάλων επιχειρηματιών της Ουάσιγκτον, βρήκαμε ένα τετραώροφο κτίριο στο 1220 16th Street Ν.W.στην Ουάσιγκτον, σε απόσταση μόλις πέντε τετραγώνων από τον Λευκό Οίκο και μισού τετραγώνου από την έδρα του National Geographic. Το 2000 πληρώσαμε την τελευταία δόση του δανείου.
Πριν από δύο χρόνια, ίδρυσα ένα ταμείο προικοδότησης ώστε να αποκτήσουμε οικονομική μονιμότητα. Το αναφέρω επειδή σκοπός μου είναι να υπάρχει ένα μέσο για τις επόμενες γενιές των ομογενών που θα τους εξασφαλίσει ενεργό πολιτικό ρόλο. Ο στόχος μας είναι δέκα εκατομμύρια δολάρια. Έχουμε συγκεντρώσει ενάμιση εκατομμύριο δολάρια.
Τέλος, και το ποιο σημαντικό, έχουμε επίσης μια ομάδα νέων ηγετών σε θέσεις κλειδί.

Ποιος είναι ο επόμενος στόχος μας; Οι εκστρατείες για τις προεδρικές εκλογές του 2008
Το Ινστιτούτο έχει στείλει σε καθένα από τους οκτώ υποψηφίους για το αξίωμα του Προέδρου του Δημοκρατικού Κόμματος και στους δέκα υποψηφίους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, τις Ελληνοαμερικανικές Δηλώσεις του 2007, μαζί με ένα ειδικό ερωτηματολόγιο που απευθύνεται σε όλους τους υποψήφιους.
Θα συνεργαστούμε με τους υποψήφιους και τους συνεργάτες τους για να εξασφαλίσουμε ικανοποιητικές τοποθετήσεις για τα θέματα μας. Θα ζητήσουμε επίσης διαβεβαιώσεις ότι θα ασκήσουν κατάλληλη διπλωματική, πολιτική και οικονομική πίεση στην Τουρκία, προκειμένου να επιτευχθεί μια εφαρμόσιμη, οικονομικά βιώσιμη και δίκαιη διευθέτηση του Κυπριακού Προβλήματος.
Η υποκριτικότητα του Κίσινγκερ, το υπόμνημα Sonnenfeldt και οι αφηγήσεις του McCloskey πρέπει να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την αποφασιστικότητα της Ελληνοαμερικανικής Κοινότητας να διπλασιάσει τις προσπάθειες της, με γνώμονα τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, για να πείσει την Κυβέρνηση μας να απομακρύνει τις παράνομες τουρκικές δυνάμεις και τους εποίκους από την Κύπρο και να υποστηρίξει πλήρως μια διευθέτηση η οποία θα στηρίζεται στη πολιτική των προηγούμενων υποψηφίων για μια «συνταγματική δημοκρατία που θα στηρίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, το κράτος δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων», τις αποφάσεις του ΟΗΕ, το κοινοτικό κεκτημένο και τις αμερικανικές δημοκρατικές αρχές και αξίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.

- Παρακαλούμε στα σχόλια σας να χρησιμοποιείτε ένα όνομα ή ψευδώνυμο.
- Παρακαλούμε να μη χρησιμοποιείτε κεφαλαία γράμματα στη σύνταξη των σχολίων σας.