30/7/18

Αντίσταση στο ψεύδος - Ἡ διοικητική ὀργάνωση τῆς Μακεδονίας καί ἡ Θεσσαλονίκη κατά τήν πρώιμη καί τή μέση βυζαντινή περίοδο

Γεωργίου Ἀ. Λεβενιώτη
Λέκτορος βυζαντινῆς ἱστορίας (Φιλοσοφικὴ Σχολή, ΑΠΘ)
Ἐγκατάσταση Σλάβων στὰ Βαλκάνια, 6ος αἰ. μ. Χ.
Ἐγκατάσταση Σλάβων στὰ Βαλκάνια, 6ος αἰ. μ. Χ.
Ἀπὸ τοὺς ὕστερους ρωμαϊκοὺς καὶ πρώιμους βυζαντινοὺς αἰῶνες (οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν ὕστερο 4ο αἰ. μ. Χ.) μέχρι τὶς ἀπαρχὲς τῆς «θεματικῆς» αὐτοκρατορικῆς διοίκησης τῶν μέσων βυζαντινῶν χρόνων (7ος – 8ος αἰ.) ἡ εὐρύτερη γεωγραφικὴ Μακεδονία ὑπαγόταν διοικητικὰ στὶς ὁμώνυμες ἐπαρχίες (provinciae) τῆς Μακεδονικῆς διοικήσεως (dioecesis Macedonia)· ἡ συγκεκριμένη διοίκηση εἶχε ἐπικεφαλῆς ἕναν βικάριο (vicarius) καὶ ἀποτελοῦσε μία ἀπὸ τὶς δύο ὑποδιαιρέσεις (Μακεδονικὴ καὶ Δακικὴ) τῆς ἐπαρχότητας πραιτωρίου τοῦ Ἰλλυρικοῦ (praefectura praetorio per Illyricum). Τὰ ἐδάφη τῆς γεωγραφικῆς Μακεδονίας ὑπάγονταν ἀρχικὰ στὴν ἐπαρχία Μacedonia καθὼς καὶ στὴ βραχύβια Μacedonia Salutaris (ca. 379/80 – τέλη 4ου / ἀρχὲς 5ου αἰ.) ποὺ ἁπαντὰ στoν κατάλογο ἀξιωμάτων Νοtitia Dignitatum (τέλη 4ου – ἀρχὲς 5ου αἰ., τελικὴ σύνταξη ca. 425-429). Ἀργότερα ὑπήχθησαν στὴν ἐπαρχία Μacedonia Prima (Μακεδονία Ι) καὶ στὴ βορειοτερη -καὶ μικρότερη σὲ ἔκταση καὶ ἀριθμὸ πόλεων- Macedonia Secunda (Μακεδονία ΙΙ). Οἱ συγκεκριμένες ἐπαρχίες μνημονεύονται μαζὶ μὲ τὰ ἀστικά τους κέντρα στὸν Συνέκδημο τοῦ Ἱεροκλέους (μέσα 6ου αἰ.). Ἡ Μακεδονία Ι περιελάμβανε τὴ μεγάλη πεδιάδα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τὴν κάτω κοιλάδα τοῦ Στρυμόνα (σημερινὴ περιοχὴ Σερρῶν). Ἡ Μακεδονία II περιελάμβανε τὴν πεδιάδα τῆς ἀρχαίας Ἡράκλειας Λύγκου (σήμ. Μοναστῆρι / Bitola) καὶ τὸ μικρὸ λεκανοπέδιο τῶν Στόβων· οὐσιαστικὰ δηλαδὴ ταυτιζόταν γεωγραφικὰ μὲ τὴν ἀρχαία Παιονία στὸ μέσο ροῦ τοῦ Ἀξιοῦ, ἀνάμεσα στὸ Στύπειον (σήμ. Stip) καὶ τὸν Πρίλαπο (σήμ. Prilep). Ἀξίζει νὰ τονιστεῖ ἐδῶ ὅτι ἡ γεωγραφικὴ περιφέρεια τῶν Σκοπίων (πιὸ συγκεκριμένα ἡ λεκάνη τῶν μεσαιωνικῶν Σκούπων ἀλλὰ καὶ ἡ σημερινὴ πεδιάδα τοῦ Κοσσυφοπεδίου [περιοχὴ ρωμ. πόλης Ulpiana, ἑλλ. Οὐλπιανή, ἀπὸ τὸν 6ο αἰ. Ioυστινιανή Σεκούνδα, σημ. Lipljan]), ἑξαιρουμένων ὅμως τῶν νοτιότερων περιοχῶν τοῦ σημερινοῦ κράτους τῆς σημερινῆς F.Y.R.O.M., ὑπαγόταν στὴν ἐπαρχία Dardania (ἑλλ. Δαρδανία).
Ἡ τελευταία ἀποτελοῦσε μία ἀπὸ τὶς τέσσερις ἐπαρχίες τῆς Δακικῆς (καὶ ὄχι τῆς Μακεδονικῆς) διοίκησης τοῦ Ἰλλυρικοῦ. Ἀκόμη καὶ ἡ ὑπαγωγὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τῆς ἐπαρχίας Μακεδονία ΙΙ στὴ νεοσύστατη ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Πρώτης Ἰουστινιανῆς ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α/ (527-565) ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ ἐφήμερη (ca. 535-545). Ἡ ἐπαρχία Μακεδονία ΙΙ συνέχισε νὰ ὑπάγεται στὴ Θεσσαλονίκη, ἐνῷ ἡ δικαιοδοσία τῆς Πρώτης Ἰουστινιανῆς περιορίστηκε στὰ ὅρια τῆς Δακικῆς διοίκησης. Στὴν ἐπαρχία τῆς τελευταίας κατοικοῦσαν μέχρι τὴν ἐγκατάσταση τῶν Σλάβων, τὸν 7ο αἰ., οἱ ἀποκαλούμενοι Δάρδανοι «μετὰ τοὺς Ἐπιδαμνίων ὅρους», σύμφωνα μὲ τὸν ἀξιόπιστο Προκόπιο (μέσα 6ου αἰ.).
Ἅγ. Δημήτριος Θεσσαλονίκης
Ἅγ. Δημήτριος Θεσσαλονίκης
Ἡ προαναφερθεῖσα διοικητικὴ διαίρεση ἀνάγεται στοὺς ἀρχαίους χρόνους, ὅταν μάλιστα ἦταν καὶ ἐθνικὴ – πολιτική. Ἡ περιφέρεια τῶν Σκοπίων (ἀρχ. Δαρδανία) καὶ οἱ περιοχὲς τῶν ἀρχαίων Πενεστῶν βορείως τῆς Ἀχρίδας (ἄρχ. Λυχνιδὸς) δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ τμήματα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ Μακεδονικοῦ κράτους, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν Παιονία (grosso modo τὰ ἐδάφη τῆς μετέπειτας ἐπαρχία Μακεδονία ΙΙ)· συνέχισαν μάλιστα νὰ ἀποτελοῦν ξεχωριστὲς περιοχές, στὰ βόρεια καὶ στὰ δυτικὰ ἀντίστοιχα τῶν ἄλλοτε παιονικῶν περιοχῶν, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν κατάλυση τοῦ Μακεδονικοῦ βασιλείου ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους (168 π.Χ.), ὅταν τὰ ἐδάφη τοῦ τελευταίου χωρίστηκαν σὲ τέσσερις ξεχωριστὲς «μερίδες».
Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὶς πιὸ «ἀστικοποιημένες» μακεδονικὲς ἐπαρχίες, στὴν πρωτοβυζαντινὴ Δαρδανία κυριαρχοῦσαν μᾶλλον οἱ μικρότεροι ὀχυρωμένοι οἰκισμοὶ (στὰ βορειοδυτικά της σύγχρονης Νόβι Παζὰρ καὶ στὰ νότια γύρω ἀπὸ τὰ Σκόπια), ἐνῷ σημαντικὴ ἦταν ἡ ἐκμετάλλευση τοπικῶν κοιτασμάτων ἀργύρου καὶ μολύβδου στὴν ἄνω κοιλάδα τοῦ Ἰβάρ, χρυσοῦ ἀργύρου καὶ μολύβδου στὰ ὑψώματα ἀνατολικά της Οὐλπιανῆς καὶ χρυσοῦ, ἀργύρου, χαλκοῦ καὶ μολύβδου βορείως  καὶ ἀνατολικὰ τῶν Σκοπίων. Ὁ λεγόμενος genius loci τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ πολιτιστικὴ δηλαδὴ παράδοση καὶ ἡ δεσπόζουσα γεωγραφικὴ θέση τῆς πόλης, ἔχουν ἐπισημανθεῖ κατ’ ἐπανάληψη. Ἀξίζει λ.χ. νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ παλαιότερο χάρτη τοῦ W. Christaler, ποὺ ἀπεικονίζει τὴν εὐρωπαϊκὴ χωροταξικὴ διάρθρωση, ἡ Θεσσαλονίκη διαδραματίζει τὸν ρόλο τῆς «Wunschbildmetropole» ὁλόκληρης τῆς νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης, τόσο γιὰ τὴν οἰκονομική, πολιτιστικὴ καὶ πολιτικὴ σημασία τῆς ὅσο καὶ γιὰ τὴ στρατηγική της θέση.
Ἡ πόλη ἦταν ὁ σημαντικότερος (κοντινὸς σὲ αὐτὴν) σταθμὸς τῆς Ἐγνατίας Ὁδοῦ (Via Egnatia) ποὺ ἔνωνε τοὺς σημερινοὺς ἀλβανικοὺς λιμένες (Δυρράχιο καὶ Αὐλῶνα) μὲ τὴν Κων/πολη. Ἡ Θεσσαλονίκη ἀποτελοῦσε ὅμως καὶ σημεῖο συνάντησης καὶ τομῆς τῆς Ἐγνατίας μὲ τοὺς κάθετους ἄξονες ποὺ κατέβαιναν ἀπὸ τὸ Δούναβη, ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τὴ λεγόμενη Βασιλικὴ Ὁδὸ (Via Militaris) καί, μέσῳ τῶν κοιλάδων τῶν ποταμῶν Μοράβα καὶ τοῦ Ἀξιοῦ, κατέληγαν στὸ σπουδαῖο πολυσύχναστο λιμένα της καὶ στὸ Αἰγαῖο καὶ ἀκόμη νοτιότερα, στὴν κεντρικὴ καὶ νότια Ἑλλάδα. Ἡ πόλη διέθετε μεγάλη βιοτεχνικὴ παραγωγὴ καὶ ἀποτελοῦσε τοπικὸ καὶ διεθνὲς ἐμπορικὸ καὶ διαμετακομιστικὸ κέντρο καθὼς καὶ ἀγορὰ καὶ τόπο διάθεσης τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων, τοῦ ὀρυκτοῦ καὶ λοιποῦ πλούτου τῆς εὐρύτερης περιοχῆς (π.χ. ἦταν κέντρο ἐπεξεργασίας μαρμάρου). Τὸ γεγονὸς αὐτὸ διαφαίνεται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ὑπαλλήλων, μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὸ σφραγιστικὸ ὑλικό, τὴν ἐπικοινωνία καὶ τὸν ἔλεγχο ἐπὶ τῶν κοντινῶν ὑποτελῶν σκλαβηνιῶν, τὴν κίνηση τοῦ λιμένα της καὶ τὴν ἐτήσια ἑορτὴ καὶ ἐμποροπανήγυρη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου.
Ἡ μεγάλη βασιλική Β΄, Φίλιπποι Καβάλας, 550 μ. Χ.
Ἡ μεγάλη βασιλική Β΄, Φίλιπποι Καβάλας, 550 μ. Χ.
Ἡ σπουδαία σημασία της καὶ ἡ ἀκμή της στοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους διαφαίνεται ἀπὸ τὶς προσφωνήσεις καὶ τοὺς χαρακτηρισμοὺς ποὺ τῆς δόθηκαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Πιὸ συγκεκριμένα: Ἡ Θεσσαλονίκη, «πόλις λαμπροτάτη» ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἤδη χρόνους σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη Τζέτζη καὶ «μεγίστη καὶ πολυάνθρωπος» κατὰ τὸν προγενέστερο Θεοδώρρητο Κύρου, ὑπῆρξε «πρώτη τῶν Μακεδόνων», «μητρόπολη τῆς Μακεδονίας» ἀλλὰ καὶ «μητέρα τῆς πάσης (…) Μακεδονίης» ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώιμους ρωμαϊκοὺς χρόνους (1ος αἰ. π.Χ.). Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 3ου αἰ. τῆς ἀναγνωρίστηκε ἐπισήμως ὁ τιμητικὸς τίτλος τῆς ἀποικίας (colonia) καὶ τῆς παραχωρήθηκαν τὰ προνόμια τῆς μητροπόλεως τῆς Μακεδονίας ἀλλὰ καὶ τῆς νεωκόρου (ποὺ εἶχε σχέση μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ λατρεία). Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ μετέπειτα ἑλληνιστῆ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ (361-363) γιὰ τὴν προστάτιδά του καὶ σύζυγο τοῦ προκατόχου τοῦ Κωνστάντιου Β΄ (337-361) Εὐσεβία «ὅτι δὴ γένος μὲν αὐτὴ σφόδρα Ἑλληνικόν, Ἑλλήνων τῶν πάνυ, καὶ πόλις (σημ.: τῆς ἴδιας) ἡ μητρόπολις τῆς Μακεδονίας».
Παρὰ τὶς δραματικὲς ἀλλαγὲς ποὺ σημειώθηκαν στὸν εὐρύτερο κοινωνικὸ βίο τῶν πόλεων κατὰ τοὺς 4ο – 7ο αἰ., ἡ παλαιὰ ἑλληνικὴ πολιτιστικὴ παράδοση διατηρήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴν περιοχή της κατὰ τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες. Τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς καταδεικνύεται ἀπὸ τὴν τοπικὴ συγγραφικὴ παραγωγή, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία προβάλλονται οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ παθήματα τοῦ γηγενοῦς πληθυσμοῦ ἀπὸ τοὺς ξένους εἰσβολεῖς (βλ. π.χ. Θαύματα Ἁγίου Δημητρίου, Ἰωάννης Καμινιάτης, Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Ἰωάννης Ἀναγνώστης), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ σωζόμενα τοπικὰ ἔργα τέχνης. Ἡ πόλη, ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς ὁποίας εἶχε ἀναγνωριστεῖ τὸ 325 ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ σύνοδο ὡς μητροπολιτικὴ ἕδρα, μετατράπηκε σὲ διοικητικὴ ἕδρα τῆς ἐπαρχίας Μακεδονία ὑπαγόμενη στὴν ὁμώνυμη διοίκηση τῆς ἐπαρχότητας πραιτωρίου τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 4ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἵ. (βλ. ἀνωτ.). Εἰδικὰ μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Οὔννων τοῦ Ἀττίλα στὸ Σίρμιον, πρωτεύουσα τοῦ δυτικοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ ἀνταγωνίστρια τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ 441, τὴν κατάληψή του καὶ τὴν ἐρήμωση τῆς περιοχῆς του ἀπὸ τοὺς Γεπίδες ἐπὶ Ἰουστινιανοὺ Α΄ καὶ τὴν ὁριστικὴ πτώση του στοὺς Ἄβαρους τὸ 582, ἡ Θεσσαλονίκη κατέστη ἀδιαφιλονίκητη καὶ μοναδικὴ διοικητικὴ ἕδρα τοῦ ἐναπομείναντος Ἰλλυρικοῦ (κατ’ ἄλλους ὅμως ἐπρόκειτο μετὰ τὰ μέσα τοῦ 7ου αἰ. γιὰ ἔπαρχο Θεσσαλονίκης).
Ὁ τελευταῖος διέμενε στὸ λεγόμενο Πραιτώριον, ἐνῷ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ σκρίνια (δηλαδὴ γραφεῖα) μὲ πολυάριθμο προσωπικό. Κατὰ τοὺς μέσους βυζαντινοὺς αἰῶνες, μετὰ τὴν ἀπώλεια τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἀφρικῆς στοὺς Ἄραβες (μέσα – τέλη 7ου αἰ.), ἡ Θεσσαλονίκη ἀποτελοῦσε πλέον τὴ σημαντικότερη αὐτοκρατορικὴ πόλη μετὰ τὴν Κων/πολη. Ὅπως εἶχε ἤδη συμβεῖ ἐπανειλημμένα μὲ τὶς ἐπιθέσεις τῶν Γότθων (στὰ 254 καὶ 268), ἡ Θεσσαλονίκη κατόρθωσε ἀργότερα, στὰ τέλη τοῦ 6ου καὶ κατὰ τὸν 7ο αἰ., νὰ ἀποκρούσει καὶ ἐπανειλημμένες ἀβαροσλαβικὲς ἑφόδους καὶ πολιορκίες. Ἡ ἐπιτυχὴς ἀντιμετώπιση τῶν τελευταίων ἀποδόθηκε μάλιστα στὴ βοήθεια τοῦ πολιούχου, ἀθλοφόρου καὶ σωσίπολη Ἁγίου Δημητρίου· γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἡ πόλη ἀποκαλεῖτο θεοφύλακτος, θεόσωστος, θεόρρυστος, ἁγιοφύλακτος, μαρτυροφύλακτος, φιλομάρτυς.

Βασίλειος ὁ Β΄, ὁ Βουλγαροκτονος
Βασίλειος ὁ Β, ὁ Βουλγαροκτονος
Ἡ Θεσσαλονίκη ἀποτέλεσε πραγματικὰ ἀκλόνητο βυζαντινὸ κέντρο στὴν περιοχή, «τεῖχος ἄσειστον νοητὸν καὶ δαίμοσι καὶ βαρβάροις ἀκαταγώνιστον ἔρυμα, καὶ βιωτικῶν κλυδώνων φρούριον γαληνόδωρον, καὶ σωμάτων καὶ ψυχῶν ἀΐδιον φυλακτήριον». Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὡστόσο ὅτι στὰ ἐγκώμιά της τῆς ἀποδίδονται καὶ ἄλλα κοσμητικὰ ἐπίθετα ποὺ ἀφοροῦν καθαρὰ στὸν ἀστικὸ οἰκιστικὸ χῶρο, χωρὶς νὰ σχετίζονται μὲ τὸ θρησκευτικὸ χαρακτῆρα τῆς πόλης: γίνεται π.χ. λόγος γιὰ τὸ λεγόμενο «πολιτικὸν» (λ.χ. μεγίστη, μεγάλη, εὐρεῖα, πλατεῖα, πλατυάμφοδον ἄστυ, περίοπτος, πολυάνθρωπος, πολυανδροῦσα, μεγαλόπολις), γιὰ τὴν οἰκονομικὴ εὐμάρεια (λ.χ. ἀρχαιοτάτη τῶν πόλεων […] πλούτῳ, [παν]ευδαίμων, πανολβία, εὐκληροτάτη), τὴ διοικητική της σπουδαιότητα (λ.χ. μητρόπολις, ἡγουμένη, προκαθημένη, πρόσχημα, ἄρχουσα, μητέρα) καὶ γενικὰ γιὰ τὴ φήμη της (λ.χ. περιπυστος, περίοπτος, μεγαλώνυμος, περίφημος, περιδοξος ἢ καὶ ὀφθαλμὸς) ὡς εὐρύτερο πολιτικό, οἰκονομικό, θρησκευτικὸ καὶ πνευματικὸ κέντρο. Στοὺς χρόνους τοῦ «θεματικοῦ» αὐτοκρατορικοῦ στρατιωτικοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, ἀπὸ τὰ τέλη δηλαδὴ τοῦ 7ου καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν 8ο αἰ. κ.ἑ., ἡ Θεσσαλονίκη ἀποκαλεῖτο χαρακτηριστικὰ «ἄρχουσα τῶν δυτικῶν θεμάτων» καὶ «μητέρα τῶν ἑσπερίων».
Ὁ Ἰωάννης Καμινιάτης, ὁ πατέρας τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε «ἔξαρχος τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης», παρέχει τὴν παλαιότερη ἴσως ἔκφραση, μία σύντομη ἀλλὰ πολύτιμη περιγραφὴ τῆς πόλης καὶ τῆς περιφέρειάς της στὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰ. Ἡ ἵδρυση θεμάτων ἀποτελεῖ σαφῆ ἔνδειξη γιὰ τὸν ἀποτελεσματικὸ αὐτοκρατορικὸ ἔλεγχο στὴν εὐρύτερη περιοχὴ μετὰ τὶς σλαβικὲς ἐγκαταστάσεις τοῦ 7ου αἰ. Ἡ πρώτη μνεία στρατηγοῦντος Θεσσαλονίκης πραγματοποιεῖται γύρω στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 830 (Βίος Γρηγορίου Δεκαπολίτη), ἐνῷ ἡ πρώτη «ἐπίσημη» ἀναφορὰ στρατηγοῦ Θεσσαλονίκης ἀπαντᾶ στὸ Τακτικὸν Uspenskij (ca. 842/43). Καθὼς φαίνεται ὡστόσο, τὸ ὁμώνυμο θέμα ὑπῆρχε ἤδη τὸ 824 καὶ πιθανότατα ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 8ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰ., σύμφωνα μὲ τὴν Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα· ἐκείνη τὴν περίοδο συγκροτήθηκε καὶ τὸ ἀνατολικότερο θέμα Μακεδονίας, ἡ κλεισούρα Στρυμόνος ὑψώθηκε ἐπίσης σὲ θέμα, ἐνῷ στοὺς ἴδιους ἀκριβῶς χρόνους χρονολογεῖται καὶ ἡ βούλλα κάποιου Εὐγενίου ὑπάτου καὶ κόμητος τῆς κόρτης Θεσσαλονίκης, πιθανότατα ὑφισταμένου τοῦ στρατηγοῦ τοῦ ὁμώνυμου θέματος. Ἀρκετοὺς αἰῶνες μετά, στὸ ἔμμετρο Χρονικό του Ἐφραὶμ Αἰνίου (ca. 1313), ἡ Θεσσαλονίκη χαρακτηρίζεται, στὸ ἀπόσπασμα ὅπου περιγράφεται ἡ τραγική της ἅλωση τὸ 1185 ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς, ὡς «πόλις προεδρεύουσα τῶν Μακεδόνων». Οἱ Μιχαὴλ Χωνιάτης καὶ Ἰωάννης Καντακουζηνὸς τὴν ἀποκαλοῦν ἐπίσης «πρώτη μετὰ τὴν πρώτην» ὑπογραμμίζοντας ἔτσι ἀφενὸς τὴ δεύτερη θέση τῆς μόνο μετὰ τὴν Κων/πολη καὶ ἀφετέρου τὴν εὐρύτερη σπουδαιότητά της. Αὐτὴ ἡ θέση λοιπὸν ὄχι μόνο εἶχε διατηρηθεῖ στοὺς προγενέστερους αἰῶνες, ἀλλὰ ἐνισχύθηκε περαιτέρω κατὰ τοὺς μετέπειτα παλαιολόγειους χρόνους.
Ἀναδημοσίευση ἀπό 26-7-2016
Πηγή: Αντίβαρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.