19/7/09

35 χρόνια Κυπριακό και Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις. Παρόν - Μέλλον - Προοπτικές


Ομιλία του Σάββα Καλεντερίδη στην ημερίδα: 35 χρόνια Κυπριακό και Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις. Παρόν - Μέλλον - Προοπτικές

Εισαγωγή
Η πολιτική της Τουρκίας, από της ίδρυσής της, το 1923, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940, στις διεθνείς της σχέσεις και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής χαρακτηριζόταν από μια επίμονη εσωστρέφεια, εξ ου και το «επιτήδειος ουδέτερος», αφού ήταν προφανές ότι η Άγκυρα είχε θέσει ως προτεραιότητα να «τακτοποιήσει» απερίσπαστη τα εσωτερικά ζητήματα, με κυρίαρχο την αφομοίωση των θρησκευτικών και των εθνικών ομάδων που κατοικούσαν στην τουρκική επικράτεια. Χαρακτηριστικό δείγμα της εσωστρέφειας είναι το γεγονός ότι ο ισόβιος πρόεδρος της Τουρκίας, Μουσταφά Κεμάλ, δεν πραγματοποίησε καμία επίσκεψη στο εξωτερικό, μέχρι το θάνατό του, το 1939. Επίσης, χαρακτηριστικό του κύριου στόχου της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής, που εξηγεί και την εσωστρέφεια που προαναφέραμε, είναι το γεγονός ότι από το 1924 μέχρι το 1938 ξέσπασαν στην Τουρκία δεκαέξι κουρδικές επαναστάσεις, οι οποίες κατεστάλησαν στο σύνολό τους με βίαια στρατιωτικά μέσα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πολλές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι.
Όλο αυτό το διάστημα, η Κύπρος και πιο συγκεκριμένα, οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Κύπρου, που το 1974 αποτελούσαν το 18% του πληθυσμού του νησιού, δεν είναι καν στην ατζέντα των θεμάτων που απασχολούν την τουρκική εξωτερική πολιτική. Στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι η Τουρκία, με τη Συνθήκη της Λοζάνης, το 1923, παραιτήθηκε κάθε δικαιώματος από την Κύπρο.

Το τέλος της εσωστρέφειας και η είσοδος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ
Η περίοδος της εσωστρέφειας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ουσιαστικά τερματίζεται με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1946 η Τουρκία υποδέχεται με τιμές το αντιτορπιλικό του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού, Μισούρι, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί επίσκεψη του αμερικανικού στόλου στη Σμύρνη και η επίσκεψη αμερικανών αξιωματούχων στην Άγκυρα, με τέσσερα αεροσκάφη που απογειώθηκαν από αμερικανικό αεροπλανοφόρο. Το Μάιο του 1947 επισκέπτονται τη φορά αυτή την Κωνσταντινούπολη το αεροπλανοφόρο Leyte, το θωρηκτό Dayton και τα αντιτορπιλικά Bristol και Purdy.
Είναι η περίοδος που η Αγγλία, μετά τις μεγάλες καταστροφές που υπέστη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αποφασίζει να αποσυρθεί από την Ελλάδα και να μεταβιβάσει την ‘ευθύνη’ της περιοχής στις ΗΠΑ. Τον Απρίλιο του 1947 ζητείται από το αμερικανικό κογκρέσο η οικονομική ενίσχυση της Ελλάδας και της Τουρκίας με το ποσό των 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Με βάση την απόφαση αυτή, στις 12 Ιουλίου 1947 υπογράφεται μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας η συμφωνία που αφορά την αμερικανική βοήθεια προς την Τουρκία, γεγονός που σηματοδοτεί το τέλος της εσωστρέφειας και την αρχή της πρόσδεσης της Τουρκίας στο άρμα των ΗΠΑ, η οποία στην ουσία θεσμοθετείται με την είσοδο της Τουρκίας το ΝΑΤΟ (1952).
Έκτοτε η Τουρκία, επικαλούμενη την τεράστια προσπάθεια που υποτίθεται ότι καταβάλλει στον τομέα της εθνικής άμυνας για την αντιμετώπιση του «κομουνιστικού κινδύνου», χρόνο με το χρόνο, προσπαθεί να εκμαιεύσει όλο και περισσότερη οικονομική και πολιτική στήριξη από τις ΗΠΑ, την Αγγλία και το ΝΑΤΟ, στήριξη που πολλές φορές χρησιμοποιεί εις βάρος της «συμμάχου» Ελλάδος. Κορυφαία ζητήματα για τα οποία Τουρκία αναζήτησε και κατά κάποιον τρόπο εξασφάλισε τη ΝΑΤΟϊκή στήριξη ήταν το Κυπριακό, η εθνοκάθαρση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου, η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και η τουρκοποίηση των Πομάκων και των Ρωμά της Θράκης, που επιχειρήθηκε υπό το κράτος της από «Βορρά απειλής».

Το Κυπριακό στην ατζέντα της Άγκυρας
Ενώ το Κυπριακό δεν υφίσταται ως θέμα στην ατζέντα της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας, αρχίζει να «απασχολεί» την τουρκική εξωτερική πολιτική μετά την είσοδο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και κυρίως μετά την έναρξη του αντιαποικιακού αγώνα των ελληνοκυπρίων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Τουρκία άρχισε να ασχολείται με το Κυπριακό όταν η Μεγάλη Βρετανία άρχισε να νοιώθει ότι απειλείται η συνέχιση του ελέγχου και ίσως η ίδια η παρουσία της στο νησί.
Μετά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, τον Ιανουάριο του 1950, με το οποίο το 95,7 των ελληνοκυπρίων ψήφιζε υπέρ της Ένωσης, αρχίζει σταδιακά να μπαίνει στην ατζέντα της Άγκυρας το Κυπριακό, μέσω Λονδίνου. Τον Αύγουστο του 1954 ο Δρ. Φαζίλ Κουτσούκ, ηγέτης των Τ/Κ, δηλώνει ότι η Κύπρος πρέπει να επιστραφεί στην Τουρκία, η οποία αυτή με τη σειρά της θα διαχειριστεί το αίτημα των Ε/Κ για αυτοδιάθεση. Στην πρόταση αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κρύβεται ο πυρήνας του Κυπριακού Προβλήματος, στην περίοδο που ακολούθησε, δηλαδή από το 1955 μέχρι σήμερα.
Έκτοτε η Τουρκία, υπό το κεντρικό σύνθημα «Ταξίμ», δηλαδή διχοτόμηση, σε απόλυτο συγχρονισμό, στην αρχή με το Λονδίνο και στη συνέχεια με την Ουάσιγκτον, ακολουθεί μια πολιτική που έχει ως στόχο τη διχοτόμηση του νησιού και το διαχωρισμό του σε δυο ξεχωριστά τμήματα, το Ε/Κ και το Τ/Κ.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την εμφάνιση στο προσκήνιο της ΕΟΚΑ, που ιδρύθηκε και έδρασε σε καθαρά αντιαποικιακή βάση, η Άγκυρα και η Τ/Κ πλευρά, αντί να συμμετέχουν στον αντιαποικιακό αγώνα, με την ίδρυση της οργάνωσης ΤΜΤ, που δρούσε στην ουσία ως αντιΕΟΚΑ, επί της ουσίας συμπαρατάχτηκε με το Λονδίνο και με τους αποικιοκράτες.

Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου
Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, με τις οποίες ιδρύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, μπορούμε να πούμε ότι αποτέλεσαν έναν στρατηγικό ελιγμό του Λονδίνου, με τον οποίον επιδιώχθηκε μια λύση η οποία θα εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα απέκλειαν την περίπτωση μόνιμης και ειρηνικής συμβίωσης μεταξύ Ε/Κ και Τ/Κ, κάτω από τη στέγη ενός ενιαίου και λειτουργικού κράτους.
Χωρίς να θέλουμε να επιρρίψουμε τις ευθύνες αποκλειστικά στη μια πλευρά, τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην ομαλή λειτουργία του κράτους και ο μόνιμος στόχος Λονδίνου-Άγκυρας για διχοτόμηση του νησιού, οδήγησαν στη δημιουργία των «θυλάκων» και στα γεγονότα του 1963-64, τα οποία στην ουσία ήταν ο προάγγελος της εισβολής του 1974.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σημειώσω ότι η πολιτική της διχοτόμησης του Λονδίνου αποσκοπούσε στην ανάδειξη του δικού της ρυθμιστικού ρόλου, ενώ της Άγκυρας στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Τ/Κ κράτους, αποκλειστικά ελεγχόμενου από την Άγκυρα.
Την ίδια ώρα οι ΗΠΑ άρχισαν να εκδηλώνουν τις δικές τους ανησυχίας, μπροστά στο ενδεχόμενο της δημιουργίας κρατικού παράγοντα που δεν θα ελέγχεται απόλυτα από μια ελεγχόμενη από το ΝΑΤΟ χώρα.

Στρατιωτική δικτατορία και εισβολή
Υπάρχουν απόψεις που θεωρούν ότι η επιβολή της χούντας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα, το 1967, δεν έγινε για να αντιμετωπιστεί η «από Βορράν κομουνιστική απειλή», αλλά για να εφαρμοστούν τα σχέδια της διχοτόμησης του νησιού και της αποτροπής ελέγχου του από την Αθήνα ή από τη ..Μόσχα.
Η απομάκρυνση της μεραρχίας, η υποκινούμενη από τους πραξικοπηματίες δράση της ΕΟΚΑ-Β και οι κινήσεις εναντίον του Μακαρίου, αποτελούν θα λέγαμε προκαταρκτικές κινήσεις για τo προδοτικό πραξικόπημα, που άνοιξε την πόρτα στην τουρκική εισβολή.
Η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, είχε όντως το δικαίωμα να επέμβει προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας συνταγματικής τάξης, όπως αυτή καθοριζόταν από τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Όπως αποδείχτηκε και όπως αποδεικνύεται τριάντα πέντε χρόνια τώρα, όλα όσα έγιναν τη δεκαετία του 1960 και μέχρι την ημέρα της εισβολής ήταν μια καλοστημένη επιχείρηση για να επιτευχθεί ο σκοπός της διχοτόμησης. Η Τουρκία πραγματοποίησε την απόβαση στις 20 Ιουλίου του 1974 και αντί να φροντίσει να αποκαταστήσει την τάξη, ενώ ήταν σε εξέλιξη οι συνομιλίες και οι διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση λύσης, στις 15 Αυγούστου πραγματοποίησε και δεύτερη εισβολή, καταλαμβάνοντας το 40% του κυπριακού εδάφους, κατάσταση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Δηλαδή, η Τουρκία έκανε χρήση του δικαιώματος που είχε ως εγγυήτρια δύναμη για να αποκαταστήσει την συνταγματική τάξη και εγκατέστησε στο 40% του κυπριακού εδάφους 40.000 στρατό κατοχής και 150 χιλιάδες εποίκους, παραβιάζοντας κατάφορα το διεθνές δίκαιο και τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η Κύπρος μετά την τουρκική εισβολή
Η τουρκική εισβολή προκάλεσε διχοτόμηση του νησιού, χιλιάδες θύματα και αγνοούμενους, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εκπατρίστηκαν και έχασαν τις περιουσίες τους. 200.000 Ελληνοκύπριοι έφυγαν πρόσφυγες από τον Βορρά προς τον Νότο και 50-60.000 Τουρκοκύπριοι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Να σημειωθεί ότι στα κατεχόμενα παρέμειναν αρχικά γύρω στους 20.000 Ελληνοκύπριοι αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους. Η απομόνωσή τους από το τουρκοκυπριακό καθεστώς και η βάναυση καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, υποχρέωσε τους περισσότερους απ’ αυτούς να καταφύγουν στις ελεύθερες περιοχές του νησιού.

Τριάντα πέντε χρόνια εισβολής και κατοχής
Από το 1974 έχουν καταβληθεί πολλές προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης του Κυπριακού. Όλες οι προσπάθειες απέτυχαν, αφού η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί ανατροπή των τετελεσμένων που θεωρεί ότι επέβαλε η στρατιωτική νίκη που πέτυχαν το 1974. Η διαίρεση του νησιού διατηρείται μέχρι σήμερα δια της βίας καθώς περισσότεροι από 40.000 τούρκοι στρατιώτες εξακολουθούν να παραμένουν στο νησί, ενώ η Τουρκία ενθαρρύνει την παράνομη εγκατάσταση εποίκων ώστε να αυξήσει τα πληθυσμιακά ερείσματά της.
Να σημειωθεί ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά, επιδιώκοντας την εξεύρεση λύσης, κατά κάποιο τρόπο αποδέχτηκε το τετελεσμένο γεγονός του γεωγραφικού χωρισμού μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τον οποίο οι Τουρκοκύπριοι θέλουν να διατηρήσουν και σε περίπτωση επανένωσης. Από το 1977 έχει επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων ότι η όποια λύση προκριθεί θα είναι ομοσπονδιακού και διζωνικού χαρακτήρα, μια διατύπωση που αφήνει πολλά περιθώρια για ερμηνείες στην κάθε πλευρά. Σε γενικές γραμμές, το ομοσπονδιακό κράτος που θα επανασυσταθεί, όταν αρθούν οι διαφορές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, θα είναι δικοινοτικό (όπως και με το Σύνταγμα του 1960), με την πολιτειακή εξουσία να μοιράζεται ανάμεσα στις δύο κοινότητες, αλλά και διζωνικό, με την κάθε κοινότητα να αποτελεί ομόσπονδο κρατίδιο με συγκεκριμένο εδαφικό έρεισμα.
Παρά την εισβολή και κατοχή, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει μια διεθνώς αναγνωρισμένη χώρα, μέλος του ΟΗΕ και της Ε.Ε. από το 2004 και ασκεί έλεγχο μόνο στο νότιο τμήμα του νησιού, παρότι από νομική άποψη εξακολουθεί να εκπροσωπεί το σύνολο.
Το κατεχόμενο βόρειο τμήμα, με τη στήριξη της Άγκυρας, αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητο το 1983 και μέχρι σήμερα έχει αναγνωριστεί διεθνώς μόνο από την Τουρκία με την ονομασία "Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου", πράξη που καταδίκασε ευθέως το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με τα ψηφίσματα 541/1983 και 550/1984, καλώντας όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να μην την αναγνωρίσουν.

Οι αγνοούμενοι της εισβολής
Μια σοβαρή πτυχή του Κυπριακού είναι σήμερα οι αγνοούμενοι. Χιλιάδες οικογένειες και συγγενείς των αγνοουμένων βιώνουν καθημερινά το δράμα της προσμονής των δικών τους, που είναι αγνοούμενοι από το 1974, αλλά και από συμπλοκές που έγιναν σε προηγούμενες περιόδους. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αγνοούμενοι είναι και Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Οι Ε/Κ είναι περί τους 1500 και οι Τ/Κ περί τα 500 άτομα. Επειδή πρόκειται για μια συνεχιζόμενη ανθρώπινη τραγωδία, για εκείνους που προσπαθούν να αποκαταστήσουν της σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο κοινοτήτων με Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, καλό θα είναι να ξεκινήσουν με το θέμα των Αγνοουμένων, αν θέλουν να πετύχουν πραγματικά το σκοπό που επιδιώκουν.

Το πρόβλημα των περιουσιών
Άλλη μια σοβαρή πτυχή του Κυπριακού είναι το ζήτημα των περιουσιών που εγκατέλειψαν Ε/Κ και Τ/Κ μετά την εισβολή και τη διχοτόμηση του νησιού.
Οι περιουσίες των Τουρκοκυπρίων που εγκατέλειψαν στις ελεύθερες περιοχές τέθηκαν από την Κυπριακή Κυβέρνηση υπό κηδεμονία σύμφωνα με τον «νόμο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών 139/91» μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του Κυπριακού Προβλήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, με απόφασή του της 24ης Σεπτεμβρίου του 2004 στην υπόθεση «Arif Moustafa ν. Υπουργείου Εσωτερικών» έκρινε ότι από τη στιγμή που ένας Τουρκοκύπριος εγκατασταθεί οποτεδήποτε στις ελεύθερες περιοχές, έχει αξίωση επιστροφής της περιουσίας του από το κράτος.
Από την άλλη πλευρά, η αρχές των κατεχομένων απαγορεύουν στους Ε/Κ να εγκατασταθούν στα σπίτια τους και να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους. Να σημειωθεί ότι το άρθρο 159 του συντάγματος των κατεχομένων προβλέπει ότι οι περιουσίες των Ε/Κ περιέρχονται στην κυριότητα του ψευδοκράτους. Με βάση αυτό το άρθρο, οι αρχές των κατεχομένων σφετερίζονται και διασπαθίζουν τις περιουσίες των Ε/Κ, έγκλημα στο οποίο συμμετέχουν εκτός από Τ/Κ και Τούρκους εποίκους και ευρωπαίοι πολίτες, με πρώτους και «καλύτερους» τους Άγγλους.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) με την απόφασή του της 28ης Νοεμβρίου 1996 στην υπόθεση «Τιτίνα Λοϊζίδου κατά Τουρκίας» έκρινε ότι το σύνταγμα των κατεχομένων δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ και ότι η Τουρκία είναι αυτή που ευθύνεται για την παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας των Ελληνοκυπρίων προσφύγων. Το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Τουρκία σε καταβολή αποζημίωσης.
Η υπόθεση Λοϊζίδου λειτούργησε ως «οδηγός» και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Σοφίας Ανδρέου, που προσέφυγε στις 7 Ιουνίου 1991, υποστηρίζοντας ότι η κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου είχε ως αποτέλεσμα να αποστερηθεί την περιουσία της και το σπίτι της, με βάση και το προηγούμενο της υπόθεσης Λοϊζίδου, το ΕΔΑΔ αναφέρει ότι καθώς απαγορεύθηκε στην ενάγουσα να έχει πρόσβαση στη γη της από το 1974 έχασε, ως αποτέλεσμα αυτού, τον έλεγχο της περιουσίας της αλλά και κάθε δυνατότητα να χρησιμοποιήσει και να απολαύσει την περιουσία της.
Η συνεχιζόμενη απαγόρευση, τονίζεται στην απόφαση του ΕΔΑΔ, θεωρείται ως παραβίαση του δικαιώματος για την προστασία της περιουσίας ενώ, συμπληρώνεται στην απόφαση, «δεν εξηγείται από την τουρκική πλευρά το πως η ανάγκη να στεγαστούν, όπως ισχυρίζεται, οι Τουρκοκύπριοι πρόσφυγες που προκάλεσε η τουρκική εισβολή στο νησί το ‘74, δικαιολογεί την οριστική απώλεια των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας μέσω της απόλυτης και συνεχούς απαγόρευσης να επισκεφθεί το σπίτι της και την απαλλοτρίωση των περιουσιακών της στοιχείων χωρίς την καταβολή καμίας αποζημίωσης.»
Στο σκεπτικό του, το ΕΔΑΔ τονίζει ακόμη ότι «ούτε το γεγονός ότι το περιουσιακό αποτελεί ένα ζήτημα στην ατζέντα των συζητήσεων των δύο κοινοτήτων αποτελεί αιτία που να μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του συγκεκριμένου άρθρου της Σύμβασης».
Το ΕΔΑΔ επιβεβαιώνει, ακόμη ότι, στην παρούσα απόφαση τα συμπεράσματα στην υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας, ότι δηλαδή «το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι τόσο η αιτιολογία του όσο και τα συμπεράσματά του στην υπόθεση Λοϊζίδου, εφαρμόζονται με την ίδια ισχύ σε όλους τους εκδιωχθέντες Ελληνοκυπρίους οι οποίοι, όπως η κυρία Λοϊζίδου, δεν έχουν πρόσβαση στην περιουσία τους στη βόρεια Κύπρο εξαιτίας των περιορισμών που επέβαλαν οι αρχές των κατεχομένων και αφορούν στη φυσική τους πρόσβαση σε αυτή την περιουσία».
Η τουρκοκυπριακή κυβέρνηση θέσπισε κατόπιν αυτών μια επιτροπή αποζημιώσεων, η οποία κρίνει αιτήματα Ελληνοκυπρίων περί προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους. Το ΕΔΑΔ έκρινε όμως πάλι ότι αυτή η επιτροπή δεν αποτελούσε επαρκές ένδικο βοήθημα για τους θιγόμενους για μια σειρά από λόγους, μεταξύ άλλων και διότι δεν προέβλεπε δυνατότητα αυτούσιας επιστροφής παρά μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Τελικά με νεώτερη απόφασή του αναγνωρίζει ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν στη διαδικασία της επιτροπής πληρούν τα κριτήρια που είχε θέσει το ίδιο, με αποτέλεσμα να καθιστούν την προσφυγή σε αυτήν την επιτροπή επαρκές ένδικο βοήθημα για το μέλλον, που θα πρέπει να προηγείται μιας προσφυγής ενώπιον του ΕΔΑΔ.
Πάντως, πέρα από τις προσφυγές στο ΕΔΑΔ, οι Ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες των περιουσιών στα Κατεχόμενα στρέφονται τα τελευταία χρόνια δικαστικά με αγωγές ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων κατά αλλοδαπών αγοραστών των περιουσιών τους, τις οποίες εκποιούν οι τουρκοκυπριακές αρχές σε τουρίστες ή αλλοδαπούς επιχειρηματίες. Τα κυπριακά δικαστήρια ως τώρα κάνουν δεκτές τις αγωγές κηρύσσοντας τις αγοραπωλησίες άκυρες και καταδικάζοντας τους αλλοδαπούς αγοραστές σε αποζημίωση. Πρόσφατα μάλιστα, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), αναφερόμενο στην υπόθεση του ζεύγους Ντέιβιντ και Λίντα Οραμς που έχει καταδικαστεί από κυπριακό δικαστήριο για την παράνομη κατοχή της ιδιοκτησίας του Μελέτη Αποστολίδη στην κατεχόμενη Λάπηθο, απεφάνθη ότι η απόφαση ενός Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να αναγνωρίζεται και να εκτελείται από τα άλλα κράτη μέλη ακόμη και όταν αφορά περιουσίες στα κατεχόμενα.

Η είσοδος της Κύπρου στην Ε.Ε. και το Σχέδιο Ανάν
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το Κυπριακό ήταν ένα ζήτημα που αναζητούσε τη λύση στη βάση των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου και στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Μαΐου 2004, αποτέλεσε σημαντική καμπή στην πορεία του Κυπριακού και εισήγαγε εντελώς νέες παραμέτρους στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Από τη μια πλευρά η είσοδος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει και εμπεδώνει την ανεξαρτησία και τη διεθνή νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας (η οποία σημειωτέον αμφισβητείται έντονα από την Τουρκία) και από την άλλη το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το ευρωπαϊκό δίκαιο και το ασφαλές ευρωπαϊκό περιβάλλον δημιουργούν ένα κλίμα που ευνοεί την προσέγγιση Ε/Κ και Τ/Κ και διευκολύνει την αναζήτηση λύσης στα πλαίσια της Ε.Ε.
Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, που ήταν μια θανάσιμη παγίδα για την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία, ήταν κι αυτή μια εξέλιξη που κατέγραψε τη βούληση του κυπριακού λαού και σηματοδότησε το χαρακτήρα και την κατεύθυνση των συνομιλιών Χριστόφια-Ταλάτ, που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ανεξάρτητα από τις άλλες λεπτομέρειες της λύσης που είναι πιθανόν να επιτευχθεί, η διατήρηση της υπόστασης και της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και η απαλλαγή της Κύπρου από τα αναχρονιστικά δεσμά των εγγυήσεων που προβλέπονται από τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου θα πρέπει να παραμείνουν δυο από τις βασικές επιδιώξεις για να μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα σταθερό και ειρηνικό μέλλον για την Κύπρο.
Σε αυτό το νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον της ασφάλειας, της ευημερίας και της δημοκρατίας, ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι δεν έχουν απολύτως καμία ανάγκη των εγγυήσεων της Άγκυρας, της Αθήνας και του …Λονδίνου.

Η γεωπολιτικές πτυχές του Κυπριακού και οι δρόμοι της πολιτικής
Η Κύπρος είναι ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, με τεράστια γεωπολιτική και γεωστρατηγική αξία, που δεσπόζει της Μέσης Ανατολής και ελέγχει τους ναυτικούς δρόμους και τους δρόμους της ενέργειας. Η επιμονή, άλλωστε, της Μεγάλης Βρετανίας να διατηρεί στρατιωτικές βάσεις και να συνεχίσει να «έχει λόγο» στην Κύπρο, τη στιγμή που έχει εγκαταλείψει το σύνολο σχεδόν των αποικιών της, είναι η πιο εύγλωττη απόδειξη της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής αξίας του νησιού.
Ο πρόνοια των εγγυήσεων των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, μέχρι την είσοδό της στην Ε.Ε., δημιούργησε μια κατάσταση που δεν επέτρεπε στην Κύπρο να ενταχθεί ξεκάθαρα υπό την γεωπολιτική επιρροή μια πλανητικής δύναμης ή μιας ισχυρής στρατιωτικής συμμαχίας, όπως για παράδειγμα το ΝΑΤΟ.
Η εισβολή και κατοχή της Κύπρου, το 1974, ήταν αποτέλεσμα γεωπολιτικών διαγκωνισμών και ανταγωνισμών μεταξύ ΗΠΑ-Μεγάλης Βρετανίας-Ισραήλ και Σοβιετικής Ένωσης-Ρωσίας. ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Ισραήλ πρώτα δημιούργησαν τις κατάλληλες πολιτικές συνθήκες σε Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο και στη συνέχεια σχεδίασαν και επέβλεψαν την εισβολή και τη διχοτόμηση του νησιού. Η Σοβιετική Ένωση-Ρωσία, ενήμερη για τις εξελίξεις που οδηγούσαν στην εισβολή, αν και είχε ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον, δεν έπραξε τίποτε για να αποτρέψει την εισβολή, αναμένοντας προφανώς το ξέσπασμα ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, εξ αιτίας του οποίου θα κατέρρεε η ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Η είσοδος της Κύπρου στην Ε.Ε. δημιουργεί νέα δεδομένα και στο πεδίο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών για τον έλεγχο του νησιού. Η Ε.Ε., αν και με ανολοκλήρωτη κοινή εξωτερική και άμυνα, αναμφίβολα προβάλλει ως ένας νέος και σημαντικός γεωπολιτικός παίκτης στο παγκόσμιο σκηνικό. Η επέκταση της επιρροής της Ευρώπης στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Μεσόγειο, δια της εισόδου στους κόλπους της Ε.Ε. της Μάλτας και της Κύπρου, είναι ένα στοιχείο που εκ των πραγμάτων θα επηρεάσει την εξέλιξη του Κυπριακού.
Εντύπωση πάντως προκαλεί η εμφάνιση του επεκτατισμού της Τουρκίας μετά την Κύπρο και στο Αιγαίο, υπό την ανοχή αν όχι υπό την υπόδειξη-στήριξη των ΗΠΑ, τη στιγμή μάλιστα που βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία εισόδου της Τουρκίας στην Ε.Ε., με την πιεστική υποστήριξη της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου. Θα είχε ενδιαφέρον να αναζητηθούν οι λόγοι αυτής της φαινομενικά αντιφατικής πολιτικής των ΗΠΑ, που από τη μια πλευρά πιέζουν την Ε.Ε. και πιο πολύ την Ελλάδα να υποστηρίξει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και από την άλλη στην ουσία εξωθούν την Τουρκία σε μια προκλητική πολιτική στην Κύπρο και το Αιγαίο, που στην ουσία τορπιλίζει την ενταξιακή της πορεία.
Μήπως τελικά, με τον τρόπο αυτό, οι ΗΠΑ επιδιώκουν την είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε. με όρους Ουάσιγκτον-Άγκυρας, οι οποίοι στην ουσία προκαλούν τη γεωπολιτική αποδυνάμωση της Ε.Ε. στη γραμμή Κύπρος-Αιγαίο και εξασφαλίζουν το γεωπολιτικό έλεγχο της κρίσιμης αυτής περιοχής μέσω Αγκύρας;
Στις απαντήσεις που μπορούν να δοθούν αβίαστα στα παραπάνω ερωτήματα κρύβονται και οι πολιτικές που πρέπει να ακολουθήσει η Αθήνα και η Λευκωσία για να επιτευχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού και παράλληλα να προστατευθούν των ελληνικά συμφέρονται στη γραμμή Κύπρος-Καστελόριζο-Κρήτη-Αιγαίο.
Τελικά, όλοι οι δρόμοι της πολιτικής οδηγούν και περνούν από τις Βρυξέλλες…

8 σχόλια:

  1. kai meta apo ta pola roy ths toyrkias ua erthei kai to roya-mat

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΩΡΑΙΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΛΕΝΤΕΡΙΔΗ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΟΣΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ, Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ ΣΥΝΕΧΩΣ ΧΑΝΕΙ ΕΔΑΦΟΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΦΙΛΟΕΙΡΙΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΟΒΟΥ, ΚΑΙ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΤΟΝ ΕΧΕΙ ΔΙΑΣΠΕΙΡΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ. ΜΗΠΩΣ ΛΕΩ ΜΗΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΑ ΟΠΛΑ? ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΜΑΣ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΣΕΒΑΣΤΟΙ ΑΠΟ ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ ΠΑΛΙ.
    ΠΑΝΩ ΑΠ΄ΟΛΑ Η ΠΑΤΡΙΔΑ.
    ΔΤ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπητέ φίλε Σάββα.

    Η ανάλυση των γεγονότων που παραθέτεις, απο ιστορικής πλευράς είναι καλή, ανασκαλεύει τα μνημονικά μας κύτταρα, να θυμηθούν όλες τις παραμέτρους του Κυπριακού προβλήματος.

    Περίμενα όμως λόγω γνώσεων σου να μας διαφωτίσεις περισσότερο. Να δώσεις κάποια εναλλακτικά σενάρια, κάποιες διεξόδους και προοπτικές που θα έχουν αισιόδοξη προοπτική για την Ελλάδα και την Κύπρο.

    Η στρατηγική θέση της Κύπρου είναι αναμφισβήτητα σημαντική, όπως σημαντική γαιωπολιτική αξία έχει το Αιγαίο. Η Τουρκία επειδή υστερεί σε "στρατηγικό βάθος ανοικτής θάλασσας", προσπαθεί τις τελευταίες δεκαετίες να το αποκτήσει με τον γνωστό τρόπο που έμαθε : να ζει με κλεμμένα και εις βάρος άλλων.
    Το βάθος αυτό το έχει η χώρα μας κι αν προστεθεί στην ηπειρωτική χερσαία ενδοχώρα, ως ενιαίος χώρος η έκτασή μας τριπλασιάζεται.

    Όλα τα χρόνια οι ειδήμονες πέφτουν στο ίδιο λάθος, όταν κοιτούν την Ελλάδα σε ένα χάρτη. Υπολογίζουν σχεδόν σαν κενό τον θαλάσσιο χώρο πλην των νήσων. Αυτή την παράμετρο την έχουν αντιληφθεί οι γείτονες και γι αυτό δημιουργούν προβλήματα.

    Η χώρα μας δυστυχώς πρέπει να είναι πάντα ετοιμοπόλεμη γιατί το οικόπεδο αυτό είναι το καλύτερο του πλανήτη.

    Στην πρόσφατη εκπομπή ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ
    ο καλεσμένος του Π. Σαββίδη, ο κ.Μάζης είπε το εξής πρωτάκουστο.
    "Επειδή το κόστος της συντήρησης και αγοράς οπλικών συστημάτων είναι δυσβάστακτο, να καταργηθεί ο στρατός και να εγγυηθεί ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και γενικά διεθνείς οργανισμοί την ασφάλειά μας. Έτσι τα χρήματα που θα περικοπούν απο κει... να χρησιμοποιηθούν για την παιδεία , την υγεία κ.λ.π"
    Η βλακεία έχει κάποια όρια. Αν δεν εξασφαλίζεις ασφάλεια για το σπίτι σου, τότε δεν έχεις τίποτα παρά να γίνεις σκλάβος στον ισχυρότερο.

    Οι εγγυήσεις, οι διεθνείς συνθήκες, οι συμφωνίες κυρίων είναι όλες για το θεαθείναι και για να καταπατούνται απο τους ισχυρούς και να εφαρμόζονται απο τους αδύναμους.

    Η θωράκιση της χώρας είναι πρωτεύον, όπως πριν απο όλα είναι πρωτεύον η ομόνοια των Ελλήνων.

    Κλείνοντας με το τελευταίο αναφέρω τον διάλογο του Αριστείδη με τον Θεμιστοκλή (γνωστή η αντιπαλότητα των δυο ανδρών).

    ...αν είμαστε εμείς συνετοί, Θεμιστοκλή, ας αφήσουμε την ανούσια και παιδαριώδη αντιπαλότητά μας κι ας αρχίσουμε το σωτήριο και επωφελή μεταξύ μας ανταγωνισμό, αμιλλώμενοι να σώσουμε την Ελλάδα...

    Όμαιμοι, Ομόγλωσσοι και ομόπιστοι Έλληνες, διώξτε μακριά την διχόνοια
    για να έχουμε εμείς και τα παιδιά μας μέλλον.

    Αργικέραυνος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. πανηγυρισαμε την εισοδο της Ελλαδας στην εε και ενα λογος ηταν οτι τα συνορα μας γινονται και συνορα της εε,
    ενας αλλος λογος ηταν η αναβαθμιση της οικονομιας μας και της εξωτερικης μας πολιτικης

    για τον ιδιο λογο πανηγυρισαμε για την ενταξη της Κυπρου στην εε

    πως αυτο το υποτιθεμενο πλεονεκτημα για το οποιο πανηγυρισαμε εις διπλουν θελουμε να το χασουμε ?

    γιατι επιμενουμε στην ενταξη της τουρκιας και οπως οπως να κλεισει το Κυπριακο ?

    υπαρχει και πλεονεκτημα που ανακαλυψε η 'μυστικη' διπλωματια ?

    h

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν νομίζω πώς οι Έλληνες φοβούνται,απλά κοιμούνται του καλού καιρού.Θα ξυπνήσουμε εγκαίρως άραγε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αργικεραυνε
    έκανα μια ομιλία σε μια ημερίδα που ήταν παρόντε και Τούρκοι.
    Έπρεπε να γίνουν συγκεκριμένες αναφορές και αυτό έκανα.
    Νομίζω ότι η διάσταση της απόκλισης των γεωπολιτικών επιδιώξεων μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε. στην Κύπρο και το Αιγαίο είναι ένα ζήτημα που δεν έχει συζητηθεί και θα άξιζε τον κόπο να το εξετάσουμε για να έχουμε μια καλή ανάλυση των γεγονότων.

    h
    Η υποστήριξη της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας έχει νόημα μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουμε διασφαλίσει πλήρως μια δίκαιη λύση του Κυπριακού, χωρίς στρατεύματα κατοχής στο νησί και επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδος στα 12 ναυτικά μίλια.

    Σάββας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Θα δημοσιευτούν οι ομιλίες των υπολοίπων; αν όχι που μπορούμε να τις βρούμε; ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Κύριε Καλεντερίδη

    Η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να συναινέσει στην ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση για πολλούς λόγους. Ο σημαντικότερος είναι ότι μέρος του πληθυσμιακού όγκου της Τουρκίας θα εποικίσει την Ελλάδα, αλλοιώνοντας την πληθυσμιακή σύνθεση σε διάστημα μίας μόνο δεκαετίας, αφού πλήρης ένταξη σημαίνει ελεύθερη διακίνηση πληθυσμών. Τυχόν μεταβατικές διατάξεις δεν πρόκειται καν να αγγίξουν και να λύσουν το πρόβλημα. Στην ανθρωπογεωγραφία ισχύει πάντα η θεωρία της «όσμωσης», όπου ο λιγότερο πυκνοκατοικημένος χώρος εποικίζεται μέχρι να επιτευχθεί ισορροπία.

    Σε περίπτωση ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, η χώρα μας θα συνεισφέρει οικονομικά δημιουργώντας το σουρεαλιστικό παράδοξο «να πληρώνουμε εμείς τις σφαίρες που θα σκοτώσουν τα παιδία μας».

    Όπως γνωρίζετε, μέχρι σήμερα έχουν ανοίξει μερικά μόνο κεφάλια από τα 35 περίπου που χρειάζονται μέχρι την πλήρη ένταξη. Ένα από αυτά είναι και αυτό της επιστημονικής έρευνας όπου η Τουρκία έχει πλήρες δικαίωμα συμμετοχής στα ερευνητικά ευρωπαϊκά προγράμματα. Δοθέντος ότι οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι είναι «μηδενικού αθροίσματος», η πλήρης συμμετοχή της Τουρκίας στέρησε από την χώρα μας περίπου 20 εκατομμύρια Ευρώ το 2008. Επίσης έλαβε δάνειο για ανάπτυξη υποδομών ύψους 400 εκ. Ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα, ενώ η Ελλάδα καθόλου. Φαντασθείτε τι έχει να συμβεί όταν θα ανοίγουν σιγά –σιγά και τα υπόλοιπα.

    Δοθέντος του όγκου και του μεγέθους της, η πλήρης ένταξη της θα σημάνει τον οικονομικό μαρασμό της χώρας μας, αφού η τελωνιακή απελευθέρωση τον αγαθών θα δώσει την χαριστική βολή στην ήδη προβληματική παραγωγή μας.

    Πλέον όμως του οικονομικού και εθνολογικού θανάτου της χώρας μας, η ένταξη θα αυξήσει την αλαζονεία και την αυτοπεποίθηση της γείτονος χώρας, αυξάνοντας έτσι την επιθετικότητα της αντί να την εξαλείψει όπως νομίζουν οι αφελείς Έλληνες πολιτικοί. Οι Τούρκοι πολιτικοί έχουν δηλώσει πολλές φορές: «Η Ευρώπη θα προσαρμοσθεί στις ανάγκες και επιταγές της Τουρκίας και όχι το αντίθετο».

    Το Ευρωπαϊκό χαρτί παίζεται από την Τουρκική ελίτ αποκλειστικά και μόνο για την εκτόνωση της εσωτερικής κατάστασης κατά πρώτον, και κατά δεύτερον για εγωιστικούς και υπαρξιακούς λόγους, αφού τους ενοχλεί (την ελίτ), το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι τους θεωρούν «βάρβαρους και ασιάτες». Όσο και αν φαίνεται αυτό ασήμαντο είναι μία σημαντική παράμετρος στον καθορισμό της στρατηγικής της χώρας τους αλλά ταυτόχρονα είναι και το αδύνατο σημείο τους αν το εκμεταλλευθεί κάποιος ορθά την κατάλληλη στιγμή. Ο τρόπος που φέρθηκε ο πρωθυπουργός τους στον πρωθυπουργό του Ισραήλ στην Ελβετία συνηγορεί υπέρ αυτής της προσέγγισης.

    Οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες ανησυχούν για την περίπτωση ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ, και πολλές έχουν δηλώσει ότι θα εμποδίσουν την πλήρη ένταξη της. Εμείς τι έχουμε να κερδίσουμε στρατηγικά και σε βάθος χρόνου από την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.