31/12/11

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για τα Σκόπια: Επισκόπηση και Παρατηρήσεις, ε΄ μέρος

Ιωάννης Σ. Λάμπρου, Πολιτικός Επιστήμων-Διεθνολόγος
Σχετικά άρθρα
Γ Μέρος
Δ Μέρος
Άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας
Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 22 διαλαμβάνει πως η Ενδιάμεση Συμφωνία δεν στρέφεται εναντίον κανενός και ότι δεν παραβιάζει υπάρχοντα δικαιώματα των δύο μερών μέσω διμερών ή πολυμερών συμφωνιών σε ισχύ. Όπως σημειώθηκε στο δεύτερο σημείωμα μας, η ελληνική αντιπροσωπεία, αρχικά, είχε κάνει χρήση του άρθρου 22 για να καταδείξει την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου αναφορικά με τη προσφυγή των Σκοπίων. Αργότερα, όπως σημείωσε και το Δικαστήριο, η ελληνική πλευρά χρησιμοποίησε το άρθρο 22 για την ουσία της σκοπιανής προσφυγής.

Η ελληνική αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε ότι ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφανθεί ότι η Ελληνική Κυβέρνηση έφερε αντιρρήσεις στην ένταξη του ΝΑΤΟ στα Σκόπια, αυτό δεν θα συνιστά παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας λόγω του άρθρου 22. Η ελληνική πλευρά ερμήνευσε το άρθρο 22 να εννοεί πως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της Ελλάδος και των Σκοπίων, από προηγούμενες διεθνείς διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, υπερτερούν των υποχρεώσεων τους οι οποίες απορρέουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Για την ελληνική πλευρά το άρθρο 22 συνιστά νομικό όρο και όχι απλά μια πραγματολογική δήλωση, όπως υποστήριξαν τα Σκόπια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υποστήριξε η ελληνική πλευρά, οι υποχρεώσεις της Ελλάδος προς το ΝΑΤΟ και τα άλλη κράτη-μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας υπερτερούν των υποχρεώσεων της Ελλάδος στην Ενδιάμεση Συμφωνίας με τα Σκόπια. Η ελληνική αντιπροσωπεία έκανε χρήση του άρθρου 10 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, το οποίο παρέχει το δικαίωμα σε ένα κράτος μέλος να συναινεί (ή όχι) στην ένταξη ενός κράτους στο ΝΑΤΟ, και να συμμετέχει ενεργά σε συζητήσεις για θέματα τα οποία αφορούν την Ατλαντική Συμμαχία.
Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο σημειώνει, πως η ελληνική πλευρά σταδιακά περιόρισε την ερμηνεία της αναφορικά με το άρθρο 22, δηλώνοντας ότι έχει δικαίωμα να φέρει αντιρρήσεις στην ένταξη ενός κράτους στο ΝΑΤΟ, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι κανονισμοί και τα κριτήρια του οργανισμού ‘απαιτούν’ αυτήν την αντίρρηση υπό το φως των συνθηκών της κάθε αίτησης ένταξης. Με λίγα λόγια, η ελληνική πλευρά επιχειρηματολόγησε πως ένα κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και το καθήκον να εκδηλώσει την ανησυχία του στην περίπτωση κατά την οποία πιστεύει πως ένα υποψήφιο κράτος δεν εκπληρώνει τα κριτήρια ένταξης της Ατλαντικής Συμμαχίας. Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική πλευρά χρησιμοποίησε ένα έγγραφο του ΝΑΤΟ, το Σχέδιο Δράσης Ένταξης (Membership Action Plan), στο οποίο υπήρχε η αναφορά πως αναμένεται από τα υποψήφια προς ένταξη κράτη, μεταξύ άλλων, να επιλύσουν εθνοτικές και εξωτερικές εδαφικές διαφορές, συμπεριλαμβανομένου αλυτρωτικών αξιώσεων, καθώς και να επιδιώξουν καλές γειτονικές σχέσεις.
Η σκοπιανή πλευρά, ισχυρίστηκε πως το άρθρο 22 αποτελεί μια πραγματολογική δήλωση, χωρίς νομικές συνέπειες, δήλωση η οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του άρθρου 34 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, σύμφωνα με το οποίο, “μια συνθήκη δεν δημιουργεί ούτε υποχρεώσεις, ούτε δικαιώματα σε ένα τρίτο κράτος χωρίς την συγκατάθεση του”. Η σκοπιανή αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 11 παρ. 1 θα καθίστατο άχρηστο, αν αναγνωριζόταν το δικαίωμα στην Ελλάδα να φέρει αντιρρήσεις απλά με το να επικαλείται ένα υποθετικό δικαίωμα ή καθήκον από μια άλλη συνθήκη.
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ελληνικής αντιπροσωπείας βάσει του οποίου δικαιώματα και υποχρεώσεις της Ελλάδος και των Σκοπίων, από προηγούμενες διεθνείς διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, υπερτερούν των υποχρεώσεων τους οι οποίες απορρέουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική αντιπροσωπεία θεωρούσε πως διέθετε δικαίωμα από προηγούμενη συμφωνία ( Συνθήκη του ΝΑΤΟ) να λάβει θέση αναφορικά με την καταλληλότητα των Σκοπίων προς ένταξη στο ΝΑΤΟ, και ότι αυτό το δικαίωμα είχε ‘προτεραιότητα’ έναντι της υποχρέωσης της από την χρονικά μεταγενέστερη Ενδιάμεση Συμφωνίας με τα Σκόπια, να μη φέρει αντιρρήσεις στην ένταξη των Σκοπίων.
Το Διεθνές Δικαστήριο κάνει αναφορά σε απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία το ΔΕΚ έδωσε ερμηνεία σε νομική διάταξη της Συνθήκης της ΕΟΚ. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΚ, η διάταξη, η οποία όριζε πως δικαιώματα και υποχρεώσεις προηγουμένων συμφωνιών δεν θα επηρεάζονται από τους νομικούς όρους της συνθήκης ( της ΕΟΚ), αναφέρεται στα ‘δικαιώματα’ τρίτων κρατών και στις ‘υποχρεώσεις’ των συμβαλλομένων μερών της συνθήκης (της ΕΟΚ). Το Δικαστήριο, με λίγα λόγια υποστήριξε ότι τα ‘δικαιώματα’ αφορούν τρίτα κράτη και όχι τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη ( Ελλάδα), το οποίο θα ίσχυε αν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός της ελληνικής αντιπροσωπείας.
Το Δικαστήριο θεώρησε ότι τα δύο συμβαλλόμενα μέρη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν είχαν σκοπό να καταστήσουν την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 ανενεργή, πράγμα το οποίο θα συνέβαινε αν γινόταν αποδεκτή η ερμηνεία την οποία χρησιμοποίησε η ελληνική αντιπροσωπεία του άρθρου 22 ( βλέπε παραπάνω). Ύστερα, το Δικαστήριο στράφηκε στη δεύτερη, πιο περιορισμένη ερμηνεία του άρθρου 22 εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, στο καθήκον, όπως υποστήριξε η ελληνική πλευρά, της Ελληνικής Κυβέρνησης να φέρει αντιρρήσεις στην ένταξη ενός κράτους σε περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω κράτος δεν πληροί τους όρους εισδοχής του ΝΑΤΟ. Το Δικαστήριο αναφέρει πως η ελληνική αντιπροσωπεία δεν χρησιμοποίησε κάποιο πειστικό επιχείρημα για να αποδείξει πως κάποια διάταξη του Βορειοατλαντικού Συμφώνου υποχρεώνει την Ελληνική Κυβέρνηση να εκφράσει αντιρρήσεις στην ένταξη των Σκοπίων. Απεναντίας, το Δικαστήριο υποστηρίζει, πως η ελληνική πλευρά προσπαθεί να μετατρέψει ένα γενικό δικαίωμα, που έχει ως κράτος-μέλος της Συμμαχίας να λάβει θέση αναφορικά με την ένταξη ενός κράτους στο ΝΑΤΟ, σε καθήκον να κρίνει την απόφαση ένταξης, ενέργεια η οποία αποδεσμεύει την Ελλάδα από την υποχρέωση της του άρθρου 11 παρ. 1, να μην παρεμποδίσει την ένταξη των Σκοπίων σε διεθνή οργανισμό ή θεσμό του οποίου είναι ήδη μέλος η Ελλάδα, πλην της γνωστής εξαίρεσης. Ως εκ τούτου, στην απόφαση αναφέρεται πως η ελληνική πλευρά δεν απέδειξε πως υπάρχει απαίτηση στην Συνθήκη του ΝΑΤΟ ( Βορειοατλαντικό Σύμφωνο), η οποία να ανάγκαζε την Ελληνική Δημοκρατία να φέρει αντιρρήσεις στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ. Ιδιαίτερα χρήσιμο, ίσως, θα ήταν η παράθεση εκ μέρους της ελληνικής πλευράς στοιχείων τα οποία να αποτελούν απόδειξη για ποιους λόγους τα Σκόπια είναι όντως ανέτοιμα να καταστούν μέλος του ΝΑΤΟ. Το ζήτημα των συχνών εθνοτικών τριβών μεταξύ Σλάβων και Αλβανών ( ζήτημα για το οποίο υπήρχε ρητή αναφορά στο κείμενο Membership Action Plan, το οποίο χρησιμοποίησε η ελληνική πλευρά) μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο το οποίο καθιστά εύθραυστη την βιωσιμότητα του κράτους των Σκοπίων και κατ’ επέκταση αμφίβολη την όποια προσφορά των Σκοπίων στη σταθερότητα στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Πως, θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει η ελληνική πλευρά, ενισχύεται η συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας, με την ένταξη ενός κράτους το οποίο αντιμετωπίζει υπαρξιακούς κινδύνους για αυτή την ίδια τη συνοχή του; Επίσης, θα μπορούσαν να προσκομιστούν στοιχεία αναφορικά με τον ολοένα και πιο αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης του πρωθυπουργού των Σκοπίων, κ. Γκρουέφσκι, καθώς και για τον περιορισμό της ελευθερίας του τύπου στη γειτονική χώρα. Όλα τα παραπάνω στοιχεία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να καταδείξουν την ακαταλληλότητα των Σκοπίων, να καταστούν μέλος στο ΝΑΤΟ, χωρίς φυσικά να θεωρείται βέβαιο ότι θα είχαν ως αποτέλεσμα μια διαφορετική τοποθέτηση του Δικαστηρίου. (Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.