17/7/17

Κυπριακό: τέλος εποχής;

Άγγελος Συρίγος*
Μ​​​​πορείτε να μου προσδιορίσετε το περιεχόμενο της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας στο Κυπριακό;». Το ερώτημα τόσο προς φοιτητές των διεθνών σχέσεων όσο και προς πολιτικούς σπανίως απαντάται με επιτυχία. Παρ’ όλα αυτά είναι η καραμέλα στο ξύλινο λεξιλόγιο του Κυπριακού. Καιρός να αποκηρύξουμε τέτοια σχήματα! ζητά μία μερίδα του κόσμου στην Κύπρο. Φταίει ο εθνικισμός των δύο πλευρών που ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις, απαντούν κάποιοι άλλοι.
Η εντός εξαμήνου κατάρρευση δύο διασκέψεων του ΟΗΕ εν μέρει μόνον δικαιολογείται από την προχειρότητα που προετοιμάσθηκαν. Η κυρίαρχη αίσθηση είναι ότι υπάρχει κάποιο θεμελιώδες λάθος από ελληνικής πλευράς. Η απάντηση κρύβεται στις επιλογές που έγιναν μετά το 1974. Το σοκ της εισβολής ακολούθησε η αίσθηση της συντριπτικής ισχύος του αντιπάλου. Η προσδοκία που υιοθετήθηκε εξ ανάγκης ήταν ότι οι πρόσφυγες θα επέστρεφαν στα σπίτια τους μέσω μίας αόριστης επικρατήσεως του διεθνούς δικαίου. Προς την επίτευξη του στόχου επελέγη ως πλέον κατάλληλη η διεθνοποίηση του Κυπριακού. Η επιλογή αυτή ήταν απότοκος της συμμετοχής της Κύπρου στο κίνημα των αδεσμεύτων κατά τη δεκαετία του 1960. Απέβλεπε στη μεσολάβηση του ΟΗΕ, της διεθνούς κοινότητας αλλά και των ΗΠΑ, της Δύσης, της ΕΣΣΔ ή τέλος πάντων όποιου είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει τους Τούρκους για να αλλάξει κάπως η κατάσταση.
Στην πράξη η διεθνοποίηση του Κυπριακού εκφυλίσθηκε σε συλλογή ψηφισμάτων από διεθνείς οργανισμούς με σχεδόν αποκλειστικά ηθική αξία. Οι λόγοι ήσαν πολλοί. Ο μηχανισμός του ΟΗΕ είναι ατελής ως προς τη λήψη κυρώσεων. Ο Ψυχρός Πόλεμος και η μεγάλη γεωπολιτική αξία της Τουρκίας για την άμυνα της Δύσης προσδιόρισαν τη στάση των μεγάλων δυτικών δυνάμεων. Δεν ήθελαν διαδικασίες στις οποίες θα μπορούσε να παρέμβει και η Σοβιετική Ενωση.
Σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική πλευρά πιέσθηκε και τελικώς αποδέχθηκε τη διεξαγωγή διακοινοτικών συνομιλιών. Το πλαίσιο των συνομιλιών έθεσαν οι δύο «συμφωνίες κορυφής», όπως ονομάσθηκαν, το 1977 και το 1979. Αυτομάτως η διαφορά περιορίσθηκε στο επίπεδο των δύο κοινοτήτων του νησιού. Για να σωθούν τα προσχήματα, οι διακοινοτικές συνομιλίες ετέθησαν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Ηταν μία βολική εξέλιξη. Η Δύση διασφάλιζε τη διαχείριση της διαφοράς εντός της «οικογενείας». Για την Τουρκία ήταν περίπου ιδανική κατάσταση. Η Κυπριακή Δημοκρατία υποβιβάζεται σε ελληνοκυπριακή κοινότητα. Συνομιλητής του διεθνώς αναγνωρισμένου Κυπρίου Προέδρου είναι ο εκάστοτε ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας (αυτό φάνηκε και στις δύο διασκέψεις του ΟΗΕ στην Ελβετία όπου ο Αναστασιάδης χάρισε και την τυπική επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας). Η εισβολή και κατοχή μετατρέπεται σε διαμάχη μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία διά του στρατού της απλώς διασφαλίζει τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων μέχρι να βρεθεί λύση μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε όλα τα άλλα.
Παράλληλα, οι διακοινοτικές συνομιλίες κρύβουν το μεγάλο πρόβλημα: την αποχώρηση του τουρκικού στρατού. Δεν μπορούν να μιλούν οι Τουρκοκύπριοι εξ ονόματος της Τουρκίας για τον κατοχικό στράτο. Θέμα συζητήσεως είναι μόνον ο τρόπος λειτουργίας του νέου κράτους. Χαμένη στις λεπτομέρειες η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχασε τη μεγάλη εικόνα της απελευθερώσεως του νησιού. Η πρόοδος στο Κυπριακό που έβλεπε ο ΟΗΕ υπήρχε μόνον σε αυτά τα επιμέρους.
Οι διακοινοτικές συνομιλίες βόλεψαν εν μέρει και τις ελλαδικές κυβερνήσεις. Αφ’ ης στιγμής το βάρος των διαπραγματεύσεων επωμίσθηκαν οι δύο κοινότητες του νησιού, δόθηκε η δυνατότητα στην Ελλάδα να διατηρεί καλύτερες καθημερινές σχέσεις με την Τουρκία. Τέλος, η διαφορά μεγεθών μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Τουρκίας είναι τόσο δυσανάλογη που και η ελληνοκυπριακή πλευρά προτιμά να εθελοτυφλεί συνομιλώντας με κάποιον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Ενα από τα πλεονεκτήματα της καταρρεύσεως των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά ήταν ότι η αφωνία των Τουρκοκυπρίων έδειξε ποιος είναι ο πραγματικός συνομιλητής.
Το λάθος της Τουρκίας είναι ότι αυτή η κατάσταση τής δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι το Κυπριακό επιλύθηκε το 1974. Στην πραγματικότητα τέτοιου τύπου διεθνή προβλήματα για μεσαίου μεγέθους δυνάμεις όπως η Τουρκία, λύνονται μόνον με την υπογραφή μίας νέας συνθήκης ειρήνης. Το πρόβλημα φάνηκε με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. Για να διατηρηθούν οι ισορροπίες είχαμε τη μεθόδευση του Σχεδίου Ανάν. Η πιθανότητα ανευρέσεως μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων νοτίως του νησιού ήταν που οδήγησε κατά το τελευταίο εξάμηνο σε νέα κλιμάκωση των διαπραγματεύσεων. Δεν υπήρχαν όμως οι αντικειμενικοί όροι για επίλυση του προβλήματος.
Πού βρισκόμαστε τώρα; Το πλαίσιο του ΟΗΕ παραμένει αυτό της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Εάν επιλέξουμε να ξεφύγουμε από αυτό, θα έλθουμε σε διάσταση με τη διεθνή κοινότητα. Ορθώτερο θα ήταν να επαναπροσδιορίσουμε πλήρως το περιεχόμενο αυτών των όρων. Οι προβλέψεις του Σχεδίου Ανάν και οι πρόσφατες συνομιλίες δείχνουν ως εξαιρετικά φιλόδοξη μία τέτοια επιδίωξη.
Παράλληλα, είναι σαφές ότι η κατάσταση προς την οποία κινείται σε αυτή τη φάση το Κυπριακό είναι αυτή της μη λύσης ως λύσης. Με αυτό το δεδομένο θα ήταν πιο χρήσιμο να τροποποιηθεί «προσωρινά» το κυπριακό Σύνταγμα με στόχους την προστασία των Τουρκοκυπρίων και την ουσιαστική συμμετοχή τους στους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχει τη δυνατότητα να δείξει μονομερώς πώς φαντάζεται μία αμοιβαίως αποδεκτή και δημοκρατική λύση για την μελλοντική Κύπρο.
Και κάτι τελευταίο. Στο Κυπριακό κυριαρχεί η πιπίλα των «χαμένων ευκαιριών». Ο επόμενος γύρος των συνομιλιών, οψέποτε ξαναρχίσουν, θα έχει ύστερα από πολλά χρόνια κυρίαρχο πάνω στο τραπέζι το θέμα της αποχωρήσεως των τουρκικών στρατευμάτων. Είναι μία μεγάλη επιτυχία της ελληνικής πλευράς.
* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.