30/3/19

Η σφαγή της Χίου και η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη

Δύο από τα σημαντικότερα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης κατά το δεύτερο έτος της (1822), ήταν η σφαγή της Χίου και η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη, σαν ένα είδος αντιποίνων.
Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΧΙΟΥ
Οι κάτοικοι του «νησιού της μαστίχας», ξεσηκώθηκαν εναντίον των Τούρκων, μετά από προτροπή του Σαμιώτη Λυκούργου Λογοθέτη και του Χιώτη Αντώνη Χατζή Μπουρνιά στις 11 Μαρτίου 1822. Κατά τους Κουτσονίκα και Σ. Τρικούπη, ο Λυκούργος Λογοθέτης, που είχε αποκτήσει κύρος μετά την επανάσταση στη Σάμο, συνοδευόταν από 2.500 «οπλοφόρους». Ο Αντώνης Μπουρνιάς, που είχε υπηρετήσει στον γαλλικό στρατό κατά την εκστρατεία στην Αίγυπτο, συγκέντρωσε 150 Χιώτες που είχαν βρεθεί στη Σάμο.
Η απόβαση αιφνιδίασε τους Τούρκους, που δεν μπόρεσαν να αποκρούσουν τους επαναστάτες και έντρομοι κλείστηκαν στο φρούριο της Χίου. Από τα χωριά άρχισε να καταφθάνει πλήθος οπλοφόρων και ροπαλοφόρων που ενώθηκε με τις δυνάμεις του Λογοθέτη. Ωστόσο, οι επαναστάτες ήταν παντελώς απροετοίμαστοι και ο σουλτάνος, ο οποίος όπως φαίνεται από κάποια έγγραφα, είχε πληροφορηθεί τις κινήσεις τους, προετοίμαζε τον στόλο του για να κινηθεί εναντίον τους.
Παράλληλα, διέταξε τον φόνο τριών ομήρων από τη Χίο, των προκρίτων Μιχαήλ Ροδοκανάκη, Μιχαήλ Σκυλίτση και Θεόδωρου Ράλλη καθώς και 60 εμπόρων που ήταν εγκατεστημένοι στην Κωνσταντινούπολη. Παρά τις εκκλήσεις των επαναστατημένων στη Χίο για βοήθεια από τα ναυτικά νησιά (Ψαρά, Ύδρα και Σπέτσες), μόνο 6 ψαριανά πλοία με πολεμοφόδια έσπευσαν να τους βοηθήσουν.

Η ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ
Στις 25 Μαρτίου 1822, ο τουρκικός στόλος με επικεφαλής τον Καρά Αλή, βρισκόταν στην Καλλίπολη προκειμένου να αποπλεύσει για τη Χίο. Εκεί έφτασε (στις βόρειες ακτές του νησιού συγκεκριμένα), στις 30 Μαρτίου, Μεγάλη Πέμπτη. Ο τουρκικός στόλος, απαρτιζόταν από 34 καράβια (46 κατά τον Κουτσονίκα). Αφού βομβάρδισε την πόλη της Χίου αποβίβασε στο νησί 7.000 άνδρες, που ενώθηκαν με τους ομοεθνείς που βγήκαν απ’ το φρούριο, του οποίου ο αποκλεισμός έληξε άδοξα.
Οι Σαμιώτες και οι Χιώτες πολεμιστές, αποσύρθηκαν στο εσωτερικό του νησιού. Πολλοί κάτοικοι του νησιού συγκεντρώνονταν στα δυτικά παράλια, για να καταφύγουν εύκολα στα γειτονικά Ψαρά, ενώ οι Τούρκοι ενισχύονταν συνεχώς με νέες δυνάμεις που έφταναν από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, κυρίως από τον Τσεσμέ, με επικεφαλής τον Αμπντί πασά.
Την Κυριακή του Πάσχα, 2 Απριλίου 1822, 13.000-15.000 Τούρκοι κινήθηκαν προς το μοναστήρι του Αγίου Μηνά όπου είχαν καταφύγει, απελπισμένοι, 3.000 Έλληνες. Οι Τούρκοι, αφού τους έσφαξαν σχεδόν όλους, πυρπόλησαν το μοναστήρι. Την επόμενη μέρα, κατευθύνθηκαν προς το χωριό Άγιος Γεώργιος.
Εκεί, είχαν καταφύγει 2.300 επαναστάτες Χιώτες και ο Λυκούργος Λογοθέτης με αρκετούς Σαμιώτες.
Οι ελάχιστες επαναστατικές εστίες που είχαν απομείνει στο νησί εξουδετερώθηκαν γρήγορα και ο Καρά Αλή έγινε κυρίαρχος της κατάστασης.
Στις σφαγές των Ελλήνων, πρωτοστάτησαν σύμφωνα με τον Γάλλο ναύαρχο Jourdain, οι Τούρκοι πρόσφυγες της Μονεμβασίας, οι οποίοι ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη δική τους δοκιμασία. Στην καταστροφή μετείχαν και άτακτοι Τούρκοι (Ζεϊμπέκοι κ.ά.), που κατέφθασαν στη Χίο από τις απέναντι μικρασιατικές ακτές.
Ο Γάλλος διπλωμάτης και ιστορικός Πουκεβίλ, γράφει ότι τα πτώματα των θυμάτων της σφαγής, έγιναν «συνοδεία» στα πλοία που πήγαιναν από τη Χίο στη Μικρά Ασία: «Συσσωρευθέντα πέριξ των πλοίων δεν αφήκαν πλέον τα πλευρά αυτών. Ηκολούθησαν τους αύλακες δί ων αι τρόπιδες (καρίνες) ώργουν το κύμα, πολλά δε, ως απαίσιος συνοδεία, αφήκοντο ούτω μέχρι Τσεσμέ και εις τον Κόλπον της Σμύρνης…».
Ο αιμοσταγής διοικητής του νησιού Bαχίτ πασάς, ανακοίνωσε μετά την επικράτηση των Τούρκων, τη χορήγηση αμνηστίας στους κατοίκους που είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους, υπό τον όρο ότι θα επιστρέψουν στις πόλεις και τα χωριά που είχαν εγκαταλείψει. Οι πρόξενοι της Αυστρίας και της Αγγλίας στο νησί, καθώς και ο αναπληρωτής του Γάλλου προξένου, που τότε απουσίαζε, ανέλαβαν να μεταφέρουν την πρόταση αυτή στους κατοίκους Γράφει χαρακτηριστικά ο Ν.Σπηλιάδης: «Έδραμον εις τα όρη, εις τα παράλια και εις όλα τα μέρη, κηρύττοντες αμνηστίαν, εκθειάζοντες των ευσπλαγχνίαν των Τούρκων, προσκαλούντες τους Χριστιανούς εις υποταγήν και υποσχόμενοι προς αυτούς όλην την ασφάλειαν».
Οι Χιώτες εμπιστεύθηκαν τους προξένους και αφού παρέδωσαν τα όπλα τους, επέστρεψαν στα σπίτια τους.
Οι Τούρκοι, για μία ακόμη φορά, δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Λεηλασίες, εμπρησμοί, σφαγές και η αιχμαλωσία των κατοίκων, αφάνισαν κυριολεκτικά το νησί της Χίου.Σε αυτές τις φρικαλεότητες, δεν έγιναν διακρίσεις. Τους Καθολικούς κατοίκους του νησιού, παρότι είχαν υψώσει τουρκικές σημαίες στα σπίτια τους, τους εξόντωσαν, εκτός από ελάχιστους. Λιγότερες ήταν οι απώλειες των Εβραίων της Χίου. Μεγάλες σφαγές έγιναν στο Θολοποτάμι, τον Ανάβατο, τη Νέα Μονή, τον Μελανιό και τον Άγιο Γεώργιο Συκούσης.
Από τους 117.000 Έλληνες κατοίκους του «νησιού της μαστίχας», μόνο 2.000 έμειναν στο νησί. Ο Βαχίτ πασάς, περηφανευόταν ότι σκότωσε 25.000 κατοίκους, άλλοι κάνουν λόγο για 30.000, ενώ πρόσφατα ο Χιώτης ερευνητής Κων/νος Φραγκομίχαλος, υπολογίζει τους νεκρούς τουλάχιστον σε 42.000. Άλλοι 47.000-52.000 αιχμαλωτίστηκαν, ενώ 23.000 κατάφεραν να ξεφύγουν.
Οι περισσότεροι πήγαν στα Ψαρά και τις Κυκλάδες, ενώ άλλοι έφτασαν έως τη Λακωνία.
Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΣΦΑΓΗΣ
Η καταστροφή και η σφαγή της Χίου συγκλόνισαν όχι μόνο την ελληνική αλλά και την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη Ζωγράφοι, όπως ο Ντελακρουά και συγγραφείς όπως οι Lebrun, Muller, Hugo κ.ά. εμπνεύστηκαν από το δράμα της καταστροφής. Στην Ευρώπη αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό ρεύμα, ενώ η ευρωπαϊκή διπλωματία άρχισε να ταράζεται από τις εκδηλώσεις της τουρκικής θηριωδίας και το ερώτημα αν μπορεί η οθωμανική αυτοκρατορία να συνυπάρχει με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, άρχισε να προβληματίζει πολλούς.
Ο σουλτάνος, βλέποντας ότι απομονώνεται διπλωματικά, έθεσε τον πρωτεργάτη της σφαγής Βαχίτ πασά στο περιθώριο. Τον έστειλε στα Βρύουλα όπου περίμενε διαταγές του σουλτάνου μέσα σε μια σκηνή. Τελικά του αφαιρέθηκαν τα αξιώματα και διατάχθηκε να παραμείνει στην Παμφυλία.Παράλληλα, έδωσε υποσχέσεις ότι θα προστατευθούν οι Χιώτες που θα γυρίσουν στο νησί τους. Άλλωστε η μαστίχα, ήταν ένα πολύτιμο προϊόν για τον ίδιο αλλά και για τις κυρίες του σουλτανικού χαρεμιού…
Στην ελληνική πλευρά, αφού ξεπεράστηκαν η θλίψη και ο αποτροπιασμός για τη σφαγή, άρχισαν να γίνονται προσπάθειες να βρεθούν χρήματα για να συγκροτηθεί μια αξιόλογη ναυτική δύναμη. Πραγματικά το Μινιστέριον (Υπουργείο) των Ναυτικών και το Μινιστέριον των Οικονομικών, διέθεσαν αρχικά 57.550 γρόσια και στη συνέχεια 342.000 γρόσια σε Ψαρά, Ύδρα και Σπέτσες. Στις 26 Απριλίου 1822, οι Ψαριανοί στέλνοντας στον Άρειο Πάγο για τις επιχειρήσεις της Ανατολικής Στερεάς 20 βαρέλια μπαρούτι, ενημέρωναν για την ανάληψη κοινής δράσης από τα ναυτικά νησιά:
«Ημείς σήμερον μετά των αδελφών Υδριωτοσπετζιωτών εκστρατεύομεν κατά των βαρβάρων, οίτινες έτι εις Χίον ευρίσκονται και ο Θεός εις το ευόδιον και καλήν έκβασιν του επωφελούς προς το Γένος σκοπού μας».
Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΝΑΥΑΡΧΙΔΑΣ – ΑΓNΩΣΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
ΑΠΌ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Στα Ψαρά, στις 27 Απριλίου 1822 είχαν συγκεντρωθεί 29 υδραίικα πλοία με επικεφαλής τον Ανδρέα Μιαούλη που σιωπηρά αναγνωριζόταν ως αρχιναύαρχος, 19 σπετσιώτικα, υπό τους Αναστάσιο Ανδρούτσο και Ανδρέα Χατζή Αναργύρου και 16 ψαριανά.
Υπάρχει διχογνωμία για το πότε ξεκίνησαν για να συναντήσουν τον τουρκικό στόλο. Σύμφωνα με έγγραφα του αρχείου Μιαούλη, αυτό έγινε στις 10 Μαΐου, οπότε ξεκινούσε η μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Τούρκων, το Ραμαζάνι.
Κατά το Ραμαζάνι, οι μουσουλμάνοι νηστεύουν από τα βαθιά χαράματα μέχρι τη δύση του Ήλιου, απέχοντας από τροφή, νερό και καπνό.
Ο Μιαούλης είχε σχεδιάσει η ελληνική επίθεση να γίνει στο στενό του Τσεσμέ όπου ο εχθρικός στόλος δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Δύο απόπειρες επίθεσης όμως που έγιναν στις 10 Μαΐου και λίγες μέρες αργότερα, απέτυχαν. Στη νυχτερινή επιχείρηση όμως στη βόρεια είσοδο του στενού τον Τσεσμέ στις 18 Μαΐου, οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν «έκοψαν τις άγκυρές των, εκτυπήθησαν μία με την άλλην», ενώ και οι ζημιές που προκάλεσαν τα ελληνικά πλοία με τα κανόνια τους στα τουρκικά, ήταν σημαντικές. Η προσπάθεια πυρπόλησης της τουρκικής ναυαρχίδας που έγινε, απέτυχε και τα ελληνικά πλοία αποσύρθηκαν στα Ψαρά.
Στο μεταξύ, στα πληρώματα λόγω καθυστέρησης της μισθοδοσίας τους, παρουσιάστηκαν κρούσματα απειθαρχίας, ενώ όπως γράφει ο Σπετσιώτης αγωνιστής και ιστορικός του ναυτικού αγώνα Αναστάσιος Ορλάνδος, υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των Υδραίων (Μιαούλη, Βούλγαρη, Λαλεχού) και των Σπετσιωτών (Ανδρούτσου, Χατζή Αναργύρου) ναυάρχων, για τις οποίες δεν γνωρίζουμε περισσότερα.
Παρά τις προσπάθειες των Ψαριανών, η ένταση δεν καταλάγιασε και οι Σπετσιώτες αποχώρησαν στις 31 Μαΐου «…προς αποφυγήν ρήξεως τινός, ήτις ήθελεν έχει τα ολεθριότερα αποτελέσματα δια το Ελληνικόν ναυτικόν και δι’ όλον το έθνος». (Α. Ορλάνδος).
Την ίδια μέρα, αποφασίστηκε από τους Ψαριανούς να χρησιμοποιηθούν πυρπολικά εναντίον της τουρκικής αρμάδας, που η εξουδετέρωση της ήταν επείγουσα καθώς στις ελληνικές θάλασσες κατέφθανε και ο αιγυπτιακός στόλος.
Απόλυτα σύμφωνοι, ήταν και οι Υδραίοι ναύαρχοι Ανδρέας Μιαούλης, Λάζαρος Λαλεχός και Ιωάννης Βούλγαρης.
Την 1η Ιουνίου 1822, μετά από μία κατανυκτική λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο των Ψαρών και αφού τα πληρώματά τους κοινώνησαν των αχράντων μυστηρίων, δύο πυρπολικά, ένα από τα Ψαρά με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Κανάρη και ένα από την Ύδρα με κυβερνήτη τον Ανδρέα Πιπίνο, συνοδευόμενα από 4 ακόμη πλοία, δύο από τα Ψαρά (των Ν. Γιαννίτση και Γ. Κουτσούκου) και δύο από την Ύδρα (των Ι. Ζάκα και Α. Ραφαλιά) που θα βοηθούσαν μετά την πυρπόληση, στην περισυλλογή των πληρωμάτων των πυρπολικών αναχώρησαν για να «συναντήσουν» τον τουρκικό στόλο.
Το βράδυ της 6ης προς την 7η Ιουνίου, οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τους τολμηρούς μπουρλοτιέρηδες. Ο άνεμος ευνοϊκός, η νύχτα αφέγγαρη και οι Τούρκοι γιόρταζαν την τελευταία νύχτα του Ραμαζανιού.
Κάνουμε μια μικρή παρένθεση, εδώ για να αναφέρουμε στοιχεία που προέρχονται από τον Τούρκο ιστορικό Δζεβδέτ πασά, δεν υπήρχαν σε καμία ελληνική πηγή και ήρθαν στην επιφάνεια από τον Νικηφόρο Μοσχόπουλο το 1960.
«Την 28η του μηνός Ραμαζάν (Ιουνίου 1822), ημέραν Τρίτην, ενώ ο αυτοκρατορικός στόλος ήτο αγκυροβολημένος μεταξύ Χίου και Τσεσμέ, ήλθε εν πλοίον των επαναστατών φέρον αυστριακήν σημαίαν και ηγκυροβόλησεν εις αρκετήν απόστασιν από τον στόλον. Ο πλοίαρχος του προσελθών συνδιελέχθη μετά του καπιτάν-πασά (του Καρά Αλή) και εδήλωσεν ότι θα αποπλεύσει την επιούσαν (την επόμενη μέρα). Εις όμως εκ των επί της ναυαρχίδας μηχανικών, παρατηρήσας το ελθόν πλοίων δια τηλεσκοπίου, συνέλαβεν υπονοίας ως εκ του σχήματος και του όλου εξωτερικού του και ειδοποίησε τον καπιτάν-πασά να διατάξει νηοψίαν. Αλλ’ ούτος, μη λαβών υπ’ όψιν την προειδοποίησιν ταύτην, αλλά στρώσας το «τεψί» (δηλαδή το τραπεζάκι) του ούζου, επιδόθη εις ουζοποσίαν. Εν τω μεταξύ ο ρηθείς πλοίαρχος, ενώ είχεν ειπεί, ότι θα απέπλεε την επιούσαν, ειδοποίησεν ότι θα απέπλεε μετά την δύσιν του ηλίου και ανέμπασεν την άγκυραν».
Όπως γράφει ο Ν. Μοσχόπουλος, το όνομα του ναυτικού αυτού δεν διασώζεται. Ήταν ο Κανάρης, ο Πιπίνος ή κάποιος άλλος που με περισσό θάρρος-θράσος, ανέβηκε στην τουρκική ναυαρχίδα, προφανώς για κατόπτευση και συνομίλησε με τον Καρά Αλή;
Ο Κανάρης κινήθηκε προς την τουρκική ναυαρχίδα, ένα θεόρατο πλοίο με 84 κανόνια, πάνω στο οποίο βρίσκονταν, κατά τον Σαράντο Καργάκο 2.286 άτομα (λόγω της δεξίωσης) και πολλά λάφυρα, ενώ ο Πιπίνος κινήθηκε προς την υποναυαρχίδα, ένα δίκροτο του Μπεκίρ Μπέη.
Ο Πιπίνος κόλλησε το πυρπολικό του πάνω στο δίκροτο, αλλά έφυγε βιαστικά χωρίς να το δέσει καλά. Έτσι οι Τούρκοι κατόρθωσαν να το ξεκολλήσουν και να σώσουν το γιγάντιο πλοίο, που όμως έπαθε σοβαρές ζημιές και δεν μπορούσε να πάρει μέρος σε επιχειρήσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αντίθετα, ο Κανάρης, χάρη και στους έξοχους χειρισμούς του πηδαλιούχου Γιάννη Θεοφιλόπουλου (από τα Λαγκάδια της Γορτυνίας, που ήταν πηδαλιούχος και του Παπανικολή στην Ερεσό), έδεσε καλά το πυρπολικό του στην τουρκική ναυαρχίδα. Η φωτιά εξαπλώθηκε παντού στη ναυαρχίδα αλλά και σε ένα γαλιόνι που βρισκόταν κοντά της.
Όπως γράφει ο Δζεβδέτ πασάς: «Ο καπιτάν πασάς με τους άλλους «υπαλλήλους» εξύπνησαν μεθυσμένοι.
Αντιληφθέντες δε, ότι άλλη ελπίς σωτηρίας δεν υπήρχεν, οι μεν αξιωματικοί και ναύται έπεσαν εις την θάλασσαν και κολυμβώντας άλλοι μεν εξήλθον εις την ξηράν, άλλοι δε επνίγησαν. Ο δε καπιτάν κατήλθε με τους υπηρέτες του εις λέμβον, όπως φθάσει εις την ακτήν. Εκραγείσης όμως της πυριτιδαποθήκης της ναυαρχίδας, εφονεύθη υπό πεσούσης κεραίας, ήτις εβύθισε την λέμβον».
Ο Τρικούπης γράφει ότι ο Καρά Αλή σκοτώθηκε από κατάρτι της ναυαρχίδας που έπεσε και τον χτύπησε στη μέση. Κάποιοι βούτηξαν στη θάλασσα όπου είχε πέσει και τον έσωσαν. Τον μετέφεραν στην ακτή, όπου όμως ξεψύχησε.
Αυτό ήταν το τέλος του Καρά Αλή, που όταν κάποιοι αξιωματικοί λίγες ώρες πριν, του είχαν πει να έχουν έτοιμες τις άγκυρες για απόπλου, είπε: «Είσθε δειλοί! Ο άπιστος (δηλ. οι Έλληνες), αν είναι φωτιά, θα κάψει όσο φθάνει το έγκλημά του. Πού να τολμήσει αυτός να κινηθεί;» και εκτόξευσε διάφορες απειλές για τους Έλληνες. Οι 19 πυρπολητές του Πιπίνου και οι 24 του Κανάρη, σώοι και αβλαβείς επέστρεψαν στα Ψαρά όπου γνώρισαν αποθέωση. Μαζί με τον Κανάρη, βρισκόταν κι ο αδελφός του Αναγνώστης. Απ’ όλο το τσούρμο του, μόνο κάποιος Παπαδημητράκης, δείλιασε την τελευταία στιγμή και δεν τον ακολούθησε. Η σύζυγος του, Αγγελική Τσακάλη τον χώρισε (!) «…μη αξιούσα να συζεί μετά τοιούτου περιφρονημένου ανδρός»…
Ο Καρά Αλή τάφηκε στη Χίο. Έξαλλοι οι Τούρκοι, κατέστρεψαν και τα Μαστιχοχώρια που έως τότε παρέμεναν αλώβητα.
Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας «αφήκε κατάπληκτα τα πληρώματα ολόκληρου του στόλου» γράφει ο Δζεβδέτ πασάς.
Ο Άγγλος ιστορικός Γκόρντον γράφει ότι η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας ήταν «ένα από τα πιο καταπληκτικά στρατιωτικά κατορθώματα που αναφέρει η ιστορία», ενώ στην Ευρώπη, όπου το όνομα του Κανάρη έγινε θρύλος, χαρακτηρίστηκε ως «κοσμοϊστορικό γεγονός».
Πηγές:
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τόμος ΙΒ’ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΥ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους εν Αντιπαραβολή και προς τους Έλληνες Ιστορικούς», Αθήναι 1960.
ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821, Γ’ ΜΕΡΟΣ»
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ», εκδόσεις ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ- Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, ΤΟΜΟΣ Β’.

2 σχόλια:

  1. α) Ἔλληνας Χίος ἄμαχος πού ἔτρεχε νά διαφύγει, τόν πρόλαβε ὁ ἔφιππος Τοῦρκος, τοῦ πῆρε τό κεφάλι, καί το ἀκέφαλο σῶμα του, ἐξακολούθησε νά τρέχῃ γιά ἀκόμη καμιά δεκαριά μέτρα, μέχρι νά "παύσῃ" ἡ "ἐντολή" τοῦ ἐγκεφάλου στό σῶμα.

    β) Ὀ Καπουδάν Πασᾶς, ἀχικά διεσώθη μέσα σέ βάρκα, ἀλλά ἡ θεία Δίκη τόν τιμώρησε σκληρά γιά τήν ἀτιμία του νά σφάζη καί νά ξανασφάζῃ ἀμάχους καί ἀμέτοχους στήν ἐπανάσταση κατοίκους τῆς Χίου, καί μάλιστα ἀφοῦ ὑποσχέθηκε μετά ἀπό μέρες ὅτι ἔληξε τό θέμα, καί ἐπέστρεψαν οἱ ἄνθρωποι στά σπίτια τους, πάλι διέταξε τήν σφαγή καί τῶν ὑπολοίπων.

    Καθώς λοιπόν σωζόταν, στήν βάρκα, τό κατάρτι τῆς ναυαρχίδας πού καιγόταν ἔπεσε, καί πέφτοντας, ἀπό τίς 360 μοῖρες πού μποροῦσε νά πέσῃ "διάλεξε" τήν βάρκα καί ὄχι μόνο τήνβάρκα, ἀλλά καί τήν μέση τοῦ Καπουδάν Πασᾶ. Οὔτε κάν τό κεφάλι του, γιά νά μήν πεθάνῃ ἀκαριαῖα. Καί πέθανε ὁ αἱμοσταγής Καπουδάν Πασᾶς μέσα σέ φρικτούς πόνους μέ σπασμένη τήν μέση του, στήν παραλία...
    Ὄποιος δέν πίστεύει στήν Δικαιοσύνη τπυ Θεοῦ, καί βλέπει σέ αὐτά μιά ἁπλῆ σύμπτωση, εἶναι καί ἄφρων καί παράφρων.

    ΥΓ. Ὁ Θεός τιμωρεῖ μέ τή ἀρχαία ἔννοια τοῦ ὅρου "τιμωρῶ", μέ τήν ἐννοια τοῦ βοηθῶ! Διότι, τέτοιον παληάνθρωπο ὁ ἀληθινός Ὑπεραγιώτατος Θεός, μόνο ἔτσι θά μποροῦσε λίγο νά τόν ἐλεήσῃ μετά τόν θάνατό του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Titre : À Canaris

    Poète : Victor Hugo (1802-1885)

    Recueil : Les chants du crépuscule (1836).

    Canaris ! Canaris ! nous t'avons oublié !
    Lorsque sur un héros le temps s'est replié,
    Quand le sublime acteur a fait pleurer ou rire,
    Et qu'il a dit le mot que Dieu lui donne à dire ;
    Quand, venus au hasard des révolutions,
    Les grands hommes ont fait leurs grandes actions,
    Qu'ils ont jeté leur lustre, étincelant ou sombre,
    Et qu'ils sont pas à pas redescendus dans l'ombre,
    Leur nom, s'éteint aussi. Tout est vain ! tout est vain !
    Et jusqu'à ce qu'un jour le poète divin
    Qui peut créer un monde avec une parole,
    Les prenne, et leur rallume au front une auréole,
    Nul ne se souvient d'eux, et la foule aux cent voix
    Qui rien qu'en les voyant hurlait d'aise autrefois,
    Hélas ! si par hasard devant elle on les nomme,
    Interroge et s'étonne, et dit : Quel est cet homme ?

    Nous t'avons oublié. Ta gloire est dans la nuit.
    Nous faisons bien encor toujours beaucoup de bruit ;
    Mais plus de cris d'amour, plus de chants, plus de culte,
    Plus d'acclamations pour toi dans ce tumulte !
    Le bourgeois ne sait plus épeler ton grand nom.
    Soleil qui t'es couché, tu n'as plus de Memnon !
    Nous avons un instant crié : — La Grèce ! Athènes !
    Sparte ! Léonidas ! Botzaris ! Démosthènes !
    Canaris, demi-dieu de gloire rayonnant !... –
    Puis l'entracte est venu, c'est bien ; et maintenant
    Dans notre esprit, si plein de ton apothéose,
    Nous avons tout rayé pour écrire autre chose.
    Adieu les héros grecs ! leurs lauriers sont fanés !
    Vers d'autres orients nos regards sont tournés.
    On n'entend plus sonner ta gloire sur l'enclume
    De la presse, géant par qui tout feu s'allume,
    Prodigieux cyclope à la tonnante voix,
    A qui plus d'un Ulysse a crevé l'œil parfois.
    Oh ! la presse ! ouvrier qui chaque jour s'éveille,
    Et qui défait souvent ce qu'il a fait la veille ;
    Mais qui forge du moins, de son bras souverain,
    A toute chose juste une armure d'airain !

    Nous t'avons oublié !

    Mais à toi, que t'importe ?
    Il te reste, ô marin, la vague qui t'emporte,
    Ton navire, un bon vent toujours prêt à souffler,
    Et l'étoile du soir qui te regarde aller.
    Il te reste l'espoir, le hasard, l'aventure,
    Le voyage à travers une belle nature,
    L'éternel changement de choses et de lieux,
    La joyeuse arrivée et le départ joyeux ;
    L'orgueil qu'un homme libre a de se sentir vivre
    Dans un brick fin voilier et bien doublé de cuivre,
    Soit qu'il ait à franchir un détroit sinueux,
    Soit que, par un beau temps, l'océan monstrueux,
    Qui brise quand il veut les rocs et les murailles,
    Le berce mollement sur ses larges écailles,
    Soit que l'orage noir, envolé dans les airs,
    Le battre à coups pressés de son aile d'éclairs !

    Mais il te reste, ô grec ! ton ciel bleu, ta mer bleue,
    Tes grands aigles qui font d'un coup d'aile une lieue,
    Ton soleil toujours pur dans toutes les saisons,
    La sereine beauté des tièdes horizons,
    Ta langue harmonieuse, ineffable, amollie,
    Que le temps a mêlée aux langues d'Italie
    Comme aux flots de Baia la vague de Samos ;
    Langue d'Homère où Dante a jeté quelques mots !
    Il te reste, trésor du grand homme candide,
    Ton long fusil sculpté, ton yatagan splendide,
    Tes larges caleçons de toile, tes caftans
    De velours rouge et d'or, aux coudes éclatants !

    Quand ton navire fuit sur les eaux écumeuses,
    Fier de ne côtoyer que des rives fameuses,
    Il te reste, ô mon grec, la douceur d'entrevoir
    Tantôt un fronton blanc dans les brumes du soir,
    Tantôt, sur le sentier qui près des mers chemine,
    Une femme de Thèbe ou bien de Salamine,
    Paysanne à l'œil fier qui va vendre ses blés
    Et pique gravement deux grands bœufs accouplés,
    Assise sur un char d'homérique origine
    Comme l'antique Isis des bas-reliefs d'Egine !

    Octobre 1832.

    https://www.poesie-francaise.fr/victor-hugo/poeme-a-canaris.php

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.

- Παρακαλούμε στα σχόλια σας να χρησιμοποιείτε ένα όνομα ή ψευδώνυμο.
- Παρακαλούμε να μη χρησιμοποιείτε κεφαλαία γράμματα στη σύνταξη των σχολίων σας.